Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ασαφής εναντίον ασαφών


 
 
 
 
 
 
Τις προηγούμενες ημέρες μια δήλωση της Νατάσας Μποφίλιου έγινε αντικείμενο κριτικής και ίσως χλευασμού. Βρίσκω τις αντιδράσεις υπερβολικές και άδικες . Η Μοφίλιου είναι μια καλλιτέχνιδα με δεδομένη ευρυχωρία εκφράσεων .Αν η Μποφίλιου μίλησε για βουνά και Τρότσκι και αξίζει μιας οξείας κριτικής τότε τι να πούμε για τον συνθέτη του ύμνου προς  την Γιάννα Αγγελοπούλου ;
 
 Τριάντα του μηνός λοιπόν /και των Τριών Ιεραρχών
ήρθε κομψή ή κυρα-Γιάννα/για να βαρέσει την καμπάνα
για να πυκνώσουν τις γραμμές μας/οι Αθηναίοι εθελοντές μας.

( Των Τριών Ιεραρχών» 30/1/02)
 
 Στο κάτω κάτω οι καλλιτέχνες έχουν «ποιητική άδεια».  Τι γίνεται όμως όταν ειδικοί της επιστήμονες της πολιτικής καταθέτουν με τον πιο επίσημο τρόπο κείμενα σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας και οι απόψεις τους έχουν ενδιαφέροντα λογικά κενά και εκκεντρικότητες;
Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών ένα άρθρο του καθηγητή και υπεύθυνου για την αναθεώρηση του Συντάγματος Μ.Σπουρδαλάκη  με τίτλο «Η δημιουργική ασάφεια (;) της Κεντροαριστεράς» (πηγή)
 
 Στο κείμενο αναπτύσσεται μια ολοκληρωμένη  κριτική αποτίμηση της ονομαζόμενης «Κεντροαριστεράς» για τα τελευταία σαράντα χρόνια. Η κριτική έχει τρεις βασικές αιχμές
·      Ασάφεια θεωρητικής κατεύθυνσης και έλξη από τις «νεοφιλελεύθερες» απόψεις
·      Ασάφεια κοινωνικών αναφορών, απόσταση από τις λαϊκές τάξεις και επικέντρωση στα μεσαία στρώματα
·      Ασάφεια οργανωτικών μορφών πολιτικής λογοδοσίας και διόγκωση των δράσεων μέσω του κράτους και των μηχανισμών εξουσίας
 
Η κριτική διευρύνεται και στα πεπραγμένα της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς» είτε ως κυβέρνησης είτε ως λυμφατικής αντιπολίτευσης είτε ως πρωτοβουλία αναδιοργάνωσης .Το κείμενο  έχει ενδιαφέρον γιατί η οπτική του είναι από τα «αριστερά» . Η κριτική γίνεται γιατί η ονομαζόμενη «Κεντροαριστερά» έχει εξοκείλει προς τα δεξιά. Όμως αυτή η οπτική του συντάκτη , καθορίζει την ποιότητα της κριτικής και την λογική συνοχή της. Μάλιστα η ιδιότητα του ΜΣ ως μέλος του Σύριζα χρωματίζει την κριτική αυτή περαιτέρω.
 
Είναι πολύ ενδιαφέρον πως αφού, ο συντάκτης έχει αναπτύξει με ενδελέχεια την ασάφεια της ονομαζόμενης «Κεντροαριστεράς» ,στην κατακλείδα του άρθρου του αποφαίνεται πως η ριζοσπαστική αριστερά δεν έχει απάντηση στο ερώτημα για        « τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού στην σημερινή φάση» .Μα αν ο συντάκτης δεν έχει απαντήσει στο ερώτημα τότε πως απαιτεί από το ιστορικά υβριδικό ρεύμα να είναι σαφές. Ο ΜΣ εκκινεί από την δική του ασάφεια για να διερευνήσει την ασάφεια των πολιτικών του αντιπάλων. Μα αν υπάρχει τέτοια θεμελιακή αδυναμία από πια θέση γίνεται η κριτική; Μια κριτική προϋποθέτει ένα ελάχιστο θέσεων και πεποιθήσεων ως βάση για τον έλεγχο. Αν ο ΜΣ δεν έχει ιδέα για τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού τότε είναι υπόλογοι η Φώφη και ο Λαλιώτης ;
 
Ο συντάκτης όμως δεν σταματά εδώ . Έχει μερικές ενδιαφέρουσες συσχετίσεις
 
Σύμφωνα  με την ανάλυση του η ήδη εκφυλισμένη «Κεντροαριστερά» μετά από μια εικοσαετία διακυβέρνησης σε απόσταση από τις κοινωνικές ιστορικές αναφορές της διαχειρίστηκε την οικονομική κρίση με «ευκολία»   
 
Γράφει λοιπόν:
Οταν το τσουνάμι της παγκόσμιας κρίσης έφτασε στη χώρα μας και θρυμμάτισε τη βιτρίνα της «ισχυρής Ελλάδας», η Κεντροαριστερά, έχοντας την κυβερνητική ευθύνη, δεν σκέφτηκε καν να προτείνει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, κάτι που ιστορικά ανήκει στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση. Ετσι, στράφηκαν στην «ευκολία» των μνημονίων εξακολουθώντας να περιμένουν κοινωνική συναίνεση μέσα από τη μιντιακή αποτελεσματικότητα και τις διαδικασίες ενοχοποίησης του «μαζί τα φάγαμε».
Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη :
 
Ενώ η λεγόμενη «Κεντροαριστερά» όντας αδρανοποιημένη ως εικοσαετές κρατικό μόρφωμα δεν πρότεινε  κοινωνικό συμβόλαιο πριν καταφύγει στα μνημόνια , η ριζοσπαστική αριστερά  αντιθέτως, έχοντας ήδη μια τετραετία κινηματικής και θεωρητικής προετοιμασίας,  πρότεινε ένα  κοινωνικό συμβόλαιο ( πρόγραμμα Θεσσαλονίκης……) και δεν κατέφυγε καθόλου εύκολα στα μνημόνια ( μόνο μετά από δέκα μέρες από το δημοψήφισμα…….) ενώ στο τέλος κατοχύρωσε το συμβόλαιο αυτό με την βοήθεια των ΝΔ, Πασοκ, Ποτάμι, ΕΚ. Αν δεν πρόκειται για οξεία βιτριολική υπαινικτική κριτική προς τον Συριζα (από τα αριστερά) , ή για λογική ανακολουθία ,πρόκειται για μια εξαιρετική κατάθεση μαύρου χιούμορ μορφοποιημένου ως κείμενο κριτικής.
 
Το πρόβλημα δεν είναι προφανώς οι σοφιστείες των κρατικών διανοούμενων της εξουσίας. Το πρόβλημα είναι πως ο δημόσιος λόγος εκτραχηλίζεται σε μια συνθήκη «anything goes».  Μετά την πρωτοφανή επέλαση βαρόνων ( Μαρινάκη, Σαββίδη κλπ ) την παραλυτική συνθήκη στην τηλεόραση ,σιγά δημιουργείται μια έρημος στοιχειώδους επικοινωνίας και ελέγχου. Λέγεται και διακινείται οτιδήποτε χωρίς έλεγχο και διάλογο. Με αυτή την ελευθερία της απομόνωσης μπορεί και ο ΜΣ να ιχνογραφεί την ασάφεια της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς» όντας ο ίδιος απόλυτα ασαφής και χιουμορίστας.
  
H δημιουργική ασάφεια (;) της κεντροαριστεράς
Μιχάλης Σπουρδαλάκης
Η κατά γενική ομολογία σχετικά μικρή δυναμική του εγχειρήματος της Κεντροαριστεράς δεν εμπόδισε το μιντιακό σύστημα να του αφιερώσει δυσανάλογα πολύ χώρο. Οι σκοπιμότητες είναι προφανείς και κατανοητές.
Επί πλέον στις σχετικές αναλύσεις η επιτυχία του εγχειρήματος προεξοφλείται από τον «μεγάλο» (;) αριθμό όσων ψήφισαν για την εκλογή αρχηγού, χωρίς φυσικά να αναρωτιέται κανείς αν αυτό ήταν αποτέλεσμα κινητοποίησης μηχανισμών ή αυθεντικό ενδιαφέρον πολιτών. Πέρα όμως από αυτά, πολύ λίγος χώρος έχει δοθεί στην ανάλυση του ιδεολογικοπολιτικού στίγματος και άρα της προοπτικής του νέου φορέα ή ακόμη στην απλή αποσαφήνιση του περιεχομένου της Κεντροαριστεράς.
Με δεδομένο ότι η Κεντροαριστερά αποτελεί ένα πολιτικό και ιδεολογικό υβρίδιο, το τελευταίο θα έπρεπε να είναι αυτονόητα αναμενόμενο. Η Κεντροαριστερά δεν είναι μια άνευ περιεχομένου κίνηση, όπως ίσως λίγο βιαστικά συμπεραίνουν ορισμένοι.
Η Κεντροαριστερά δεν αποτελεί απλά μια κίνηση τακτικής, έναν ελιγμό είτε της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς να διεισδύσει σε γειτονικούς πολιτικούς χώρους και να διευρύνει τη συναίνεσή της, είτε μερίδας παραδοσιακής Αριστεράς που αναζητά να αναβαθμίσει τον ρόλο της στη δυναμική που ανοίγει το παιχνίδι της διακυβέρνησης.
Πολιτικοί όροι, έννοιες, ακόμη και ιδέες προσδιορίζονται, αποκτούν περιεχόμενο και παράγουν πρακτικές / ιστορικές συνέπειες και εν τέλει διεκδικούν την προοπτική τους όχι εν κενώ αλλά πάντα τόσο στο πλαίσιο της ιστορικής τους διαδρομής όσο και από τις συνθήκες της συγκυρίας.
Η Κεντροαριστερά του 1960 και η μετεξέλιξή της τις δύο πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης, για παράδειγμα, αποτελούσε ένα μοναδικό, και ίσως παγκόσμιας πρωτοτυπίας, πολιτικό υβρίδιο.
Είχε προκύψει από την κοινή προσπάθεια του πολιτικά φιλελεύθερου κινήματος του Κέντρου από τη μια και της Αριστεράς από την άλλη για εφαρμογή των κανόνων του κράτους δικαίου στο καθεστωτικό πλαίσιο, που καθορίζονταν τόσο από το ψυχροπολεμικό κλίμα όσο και από το αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου.
Η Κεντροαριστερά της δεκαετίας του 1960 στόχευε στην εισαγωγή θεσμικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες και την ομαλή «είσοδο των μαζών στην πολιτική» θα εξασφάλιζαν και στον εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής της χώρας θα συνέβαλλαν. Τα αποτελέσματα αυτού του υβριδικού «κινήματος» ήταν αποκαλυπτικά και διδακτικά.
Αφού και στην αμφισβήτηση του κομματικού συστήματος οδήγησε, και την ανανέωση των μεθόδων πολιτικής κινητοποίησης σε μεγάλο βαθμό επέτυχε και τέλος φυσικά την ομαλή, «ελεγχόμενη» και άνευ «κινδύνων» διατήρηση του δεδομένου συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων εξασφάλισε.
Ωστόσο, η ρητορική του εγχειρήματος της Κεντροαριστεράς της δεκαετίας του 1960 και κυρίως οι πρακτικές της πολιτικής της κινητοποίησης συνέβαλαν στη δημιουργία μιας διακριτής αριστερόστροφης ριζοσπαστικής πολιτικής κουλτούρας, ιδιαίτερα μετά την πτώση της δικτατορίας. Μιας κουλτούρας που τροφοδότησε τη δυναμική αντι-δικτατορική αντίσταση και στη συνέχεια οδήγησε στη συγκρότηση της μεταπολιτευτικής Αριστεράς.
Ετσι, η Κεντροαριστερά της Μεταπολίτευσης ήταν σαφώς προσανατολισμένη προς τα αριστερά. Συνέβαλε στην αναδόμηση του κομματικού συστήματος, τον εκδημοκρατισμό της κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης και οδήγησε τις δυνάμεις αυτές στην εξουσία (ΠΑΣΟΚ).
Οι αντινομίες, αντιφάσεις, υπερβολές της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980, η είσοδος νέων σημαντικών παικτών στη δυναμική του πολιτικού συστήματος, η σύντομη παρουσία της Νέας Δημοκρατίας και η αποτυχία της να προσαρμόσει με αποτελεσματικό τρόπο τις κρατικές πολιτικές στην κατεύθυνση του επικρατούντος νεοφιλελευθερισμού, επανέφερε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ μαζί με την εκσυγχρονιστική ρητορική και στρατηγική η οποία και ανανέωσε το κάλεσμα της Κεντροαριστεράς.
Ομως, η Κεντροαριστερά της δεκαετίας του 1990 και των πρώτων ετών του αιώνα μας δεν έχει καμιά σχέση με το περιεχόμενο και την πολιτική του κεντροαριστερού εγχειρήματος των δεκαετιών 1960-1980. Δεν είναι μόνο οι προφανείς τακτικές και στρατηγικές διαφορές ή το εντελώς διαφορετικό διεθνές περιβάλλον ανάμεσα στις δύο εποχές αλλά κυρίως το όλον του αστερισμού ζητημάτων, εννοιών και οργανωτικών πρακτικών. Τέτοιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στην Κεντροαριστερά του 1960 και εκείνη του 1990-2000 που δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστηρίζαμε ότι μόνο κατ’ όνομα μοιάζουν.
Ο τρόπος που ρητά, σιωπηρά ή συμβολικά κατανοούσε τη θέση της στον πολιτικό ανταγωνισμό, οι κοινωνικές της αναφορές μέσα από τις οποίες στήριξε τη στρατηγική του εκσυγχρονισμού, η αντίληψή της για τις διαιρετικές τομές της περιόδου και τέλος η οργανωτική πρακτική που ακολουθήθηκε είναι μερικά σημαντικά πεδία που επιβεβαιώνουν την παραπάνω παρατήρηση. Η Κεντροαριστερά του εκσυγχρονισμού δεν διέφερε από την Κεντροαριστερά της δεκαετίας του 1960 μόνο πολιτικά και ιδεολογικά. Σηματοδότησε και μια σημαντική μετατόπιση προς τα δεξιά. Ετσι, σε αντίθεση με την τελευταία, λειτούργησε ως παράγοντας και γέφυρα προς την ηγεμονική εμπέδωση του νεοφιλελευθερισμού.
Το επίτευγμα αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς από συστηματικές ασάφειες στη ρητορική και την πολιτική πρακτική της Κεντροαριστεράς, που υλοποίησε το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της περιόδου:
  • α) Μια ιδιάζουσα ασάφειά της είχε να κάνει με την άρνησή της να δείξει ποια από τις δύο μεγάλες παραδόσεις της Αριστεράς αποτελούν την αφετηρία της αριστερής της νομιμοποίησης. Οι πολλαπλών καταβολών θεωρητικοί, που συνωστίζονταν στο ρεύμα αυτής της περιόδου, δεν κουράστηκαν να μας «θυμίζουν» ότι οι διακρίσεις ανάμεσα στις ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς ξεπεράστηκαν αυτόματα μετά το 1989 και την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μάλιστα, την ίδια περίοδο η οργανική διανόηση της Κεντροαριστεράς, ενώ φαίνεται να εμπνέεται από τεχνοκρατικές αναλύσεις νεοφιλελεύθερης θεμελίωσης, αποφεύγει προκλητικά κάθε φωνή που αναφέρεται στην κριτική παράδοση μαρξιστικής ή άλλης ριζοσπαστικής έμπνευσης.
  • β) Ασάφεια επικρατεί και με τις κοινωνικές αναφορές της Κεντροαριστεράς. Κοινωνικές αναφορές που κατασκευάζονται πολιτικά ως «μεσαίος χώρος». Ο χώρος δηλ. που αποτελείται από το τμήμα εκείνου των πολιτών που έδειχνε τάσεις αποστασιοποίησης από την πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική κληρονομιά, που διαμόρφωσε το σύστημα κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης της Μεταπολίτευσης. Οι στάσεις αυτές, υπογραμμίζονταν πολύ συχνά, «έκοβαν εγκάρσια» όλες τις κομματικές παραδόσεις. Κατά συνέπεια ο «μεσαίος χώρος», αν και ορισμένος αρνητικά και με πολιτικούς όρους, κατασκεύαζε μια κοινωνική αναφορά και οιονεί συμμαχία όπου κανείς μπορεί να «ανήκει» χωρίς όμως και να ταυτίζεται με αυτόν. Η ρητορική που παρακολουθούσε την πολιτική κατασκευή του κοινωνικού μεσαίου χώρου πρόβαλε την άνευ όρων και ορίων επιλογή του «ατομικού». Παράλληλα έδινε έμφαση σε πρωτοβουλίες της «κοινωνίας των πολιτών», οι οποίες σε αντιπαράθεση με τους θεσμούς πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης (κόμματα, συνδικάτα, Τοπική Αυτοδιοίκηση) θεωρούνταν ικανές, με τη συνδρομή ειδικών, να επιλύουν τα προβλήματα της «καθημερινότητας» μακριά από κρατικούς θεσμούς. Με δεδομένη την ηγεμονία υποδείγματος και την αντίστοιχη συρρίκνωση της ιδεολογικής παρουσίας της Αριστεράς η μετατόπιση της προς τα δεξιά ήταν σχεδόν υποχρεωτική.
  • γ) Η παραπάνω ασάφεια συνέβαλε αποφασιστικά στην αυτονόμηση της πολιτικής από κοινωνικούς ανταγωνισμούς και διαιρετικές τομές. Μάλιστα, η πολιτική χωρίς αναφορά σε κοινωνικά υποκείμενα οδήγησε σε ασάφειες και αυθαίρετες πρακτικές και στην οργάνωση του κόμματος. Οι όποιες διαδικασίες λογοδοσίας παραγκωνίστηκαν και οι ουσιαστικές, συμμετοχικές, δημοκρατικές δυνατότητες των πολιτών έγιναν ανεπιθύμητες εξαιρέσεις. Ετσι, πέρα από τους δομικούς περιορισμούς του κράτους και των διεθνών δεσμεύσεων, η Κεντροαριστερά αυτής της περιόδου κατέφυγε σε πολιτικές τεχνοκρατικής έμπνευσης και εφαρμογής, γεγονός που μετέτρεπε τους πολίτες σε παθητικούς τηλεοπτικούς παρατηρητές.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στη λεγόμενη «καρτελοποίηση» του ηγεμονικού φορέα του χώρου (ΠΑΣΟΚ), ο οποίος με τη σειρά του συνέβαλε αποφασιστικά στην περιχαράκωση του πολιτικού ανταγωνισμού εντός του πλαισίου των δεδομένων πολιτικών του κράτους. Καθώς το κομματικό σύστημα αποτελείτο πλέον από «κόμματα του κράτους», κόμματα δηλ. που η νομιμοποιητική τους βάση είναι η ικανότητα εφαρμογής δεδομένων πολιτικών και όχι η ικανότητα αντιπροσώπευσης κοινωνικών αιτημάτων στο πολιτικό επίπεδο, η στρατηγική της Ν.Δ. για «επανίδρυση του κράτους» ήταν απολύτως η λογική της συνέχεια.
Κατά συνέπεια, η τρίτη φάση της Κεντροαριστεράς, η Κεντροαριστερά της κρίσης, είχε να διαχειριστεί ένα πλήρως κρατικοποιημένο και υπό οργανωτική σύγχυση κόμμα. Μια και στο επίπεδο των πολιτικών η πολιτική και ιδεολογική διαφοροποίηση δεν ήταν τόσο εύκολη επιχειρήθηκε μια μόχλευση των διαδικασιών εκδημοκρατισμού και συμμετοχής των πολιτών στις κομματικές διαδικασίες.
Οι πρωτοβουλίες εισαγωγής νέου τρόπου ανάδειξης ηγεσίας, η χρήση του διαδικτύου ως πανάκεια στο οργανωτικό πρόβλημα οδήγησαν στην εισαγωγή νεωτερικών πρακτικών, που ωστόσο πέρα από τον αρχικό εντυπωσιασμό δεν επέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οταν το τσουνάμι της παγκόσμιας κρίσης έφτασε στη χώρα μας και θρυμμάτισε τη βιτρίνα της «ισχυρής Ελλάδας», η Κεντροαριστερά, έχοντας την κυβερνητική ευθύνη, δεν σκέφτηκε καν να προτείνει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, κάτι που ιστορικά ανήκει στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση.
Ετσι, στράφηκαν στην «ευκολία» των μνημονίων εξακολουθώντας να περιμένουν κοινωνική συναίνεση μέσα από τη μιντιακή αποτελεσματικότητα και τις διαδικασίες ενοχοποίησης του «μαζί τα φάγαμε». Επιλογή που οδήγησε σε πρωτόγνωρες και ανοίκειες κυβερνητικές συμμαχίες. Συμμαχίες που η Κεντροαριστερά των δεκαετιών 1960-1980 δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί, ενώ ακόμη και η Κεντροαριστερά των «εκσυγχρονιστών» θα είχε δυσκολίες να πραγματοποιήσει.
Τα τραγικά αποτελέσματα για τον πάλαι ποτέ προοδευτικό και αριστερό χώρο είναι γνωστά: η διαλυτική συρρίκνωση. Διαλυτική συρρίκνωση που δημιούργησε ένα νέο περιγραφικό όρο για την παγκόσμια επιστημονική και δημοσιογραφική κοινότητα: «ΠΑΣΟΚοποίηση».
Μικρές ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις (Βενιζέλος), διασπάσεις (ΚΙΔΗΣΟ), συνεργασίες (ΔΗΣΥ) ή ακόμη και πρωτοβουλίες νέων κομμάτων, που παρά την αρχική άρνησή τους εντάσσονται έστω και όψιμα στο σημερινό εγχείρημα (Ποτάμι) δεν έχουν καταφέρει, και κατά την άποψή μου μόνο δεν μπορεί, να ανασυγκροτήσουν τον χώρο.
Η κοινωνική και η πολιτικοϊδεολογική μετατόπιση της Κεντροαριστεράς του εκσυγχρονισμού προς τα δεξιά δεν διέρρηξε μόνον τους δεσμούς με τα κοινωνικά εκείνα στρώματα που στήριξαν την πορεία της, αλλά και ακύρωσε τον «αντι-δεξιό» της χαρακτήρα, ο οποίος αποτελεί το γενετικό ιδεολογικό στίγμα της «κεντροαριστερής» παράταξης.
Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αμφιβολία ως προς τον μελλοντικό προσανατολισμό του φορέα που θα προκύψει. Προσανατολισμός που δεν μπορεί παρά να είναι αποκλειστικά στραμμένος προς τη Ν.Δ. Η άρνηση της ψήφισης της απλής αναλογικής, καθώς και η απόρριψη σχεδόν κάθε μεταρρυθμιστικής πρότασης που προέρχονταν από την κυβερνητική πλειοψηφία, ακόμη και όταν αυτό αφορούσε ατομικά δικαιώματα (ταυτότητα του φύλου), η φετιχοποίηση των «μεταρρυθμίσεων» χωρίς ποτέ να απαντάται η κλασική για τη σοσιαλδημοκρατία ερώτηση «ποιος ωφελείται;».
Αλλά και η δήλωση Ανδρουλάκη ότι η πρώτη του ενέργεια στη Σοσιαλιστική Διεθνή θα είναι πρόταση ακύρωσης του status παρατηρητή του πρωθυπουργού δεν νομίζω να αφήνουν κάποια αμφιβολία για τον παραπάνω ισχυρισμό.
Η σύνδεση με τον κόσμο της εργασίας και η στήριξη πολιτικών κοινωνικού κράτους, οι δημοκρατικές θεσμικές τομές και η επέκταση του κράτους δικαίου, το αίτημα της ισότητας καθώς και η έμπρακτη ανοχή και στήριξη ριζοσπαστικών πολιτιστικών πρωτοβουλιών, που αποτέλεσαν τα βασικά στοιχεία ταυτότητας της σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας στην οποία διατείνεται ότι ανήκει και η σημερινή Κεντροαριστερά, μόνο ως ανάμνηση μπορεί πλέον να της αποδοθούν.
Θα μπορούσε φυσικά κανείς να θέσει και πιο δύσκολα ερωτήματα τόσο για τις δυνατότητες του εξανθρωπισμού του καπιταλισμού στη σημερινή φάση; Ή τι μπορεί να σημαίνει το σύνθημα του «μένουμε Ευρώπη», όταν διαπιστώνεται κάθε μέρα, όπως εύστοχα έχει λεχθεί, ότι σε κάθε χώρα των 28 υπάρχει ένα ισχυρό «Brexit»; Ή αν είμαστε κριτικοί στην υπάρχουσα κοινωνική οργάνωση ποια κατεύθυνση και περιεχόμενο μπορεί να έχει η «άλλη», οραματική μας επιδίωξη;
Φυσικά, για να είμαστε δίκαιοι, τέτοια ερωτήματα αφορούν και άλλες πολιτικές δυνάμεις με σαφέστερο ριζοσπαστικό, αριστερό στίγμα και πρακτική. Και θα πρέπει να απαντηθούν ώστε ο βολονταρισμός και η γενικολογία της σημερινής Κεντροαριστεράς να μη συμβάλει στον ευτελισμό της πολιτικής αντιπαράθεσης και στη διαμόρφωση ενός συστήματος «μετα-αλήθειας».
Ενός συστήματος όπου αντί επιχειρημάτων και προτάσεων πολιτικών θα κυριαρχείται από συναισθήματα, των οποίων η επιβεβαίωση και η αναπαραγωγή θα
 

7 σχόλια:



  1. ΤΑΣΟΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ
    Αριστερά ωραία και όχι μοιραία

    Ο καπιταλισμός ιστορικά είναι το σύστημα που έβαλε την ανθρωπότητα στην «πλανητική εποχή», ενοποιώντας την ανθρώπινη ιστορία και απωθώντας «διά πυρός και σιδήρου» κάθε τι το τοπικό και μερικό. Οπως λέει ο Εντγκάρ Μορέν, «με την κατάκτηση των Αμερικών, τον περίπλου της γήινης σφαίρας από τους Πορτογάλους και Ισπανούς θαλασσοπόρους, ο πλανήτης μπαίνει σ’ ένα σύστημα διεπικοινωνίας που θα αναπτύσσεται ακατάπαυστα».

    Η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα λειτούργησε σαν επιταχυντής αυτής της διεργασίας, η οποία κωδικοποιήθηκε στον όρο «παγκοσμιοποίηση». Ο καθολικός εκχρηματισμός της οικονομίας, η κατάργηση των εμπορικών συνόρων, η ραγδαία ανάπτυξη της πληροφορικής και η γιγαντιαία επέκταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος οδήγησαν στην καθυπόταξη των εθνικών κρατών και στην υπαγωγή της πολιτικής στην εξουσία των οικονομικών ελίτ.

    Τις δεκαετίες αυτές η ευρύτερη Αριστερά έλαμψε διά της απουσίας των ιδεών της, αφού η μεν Σοσιαλδημοκρατία μετατράπηκε σε «ακραίο Κέντρο» υλοποιώντας το νεοφιλελεύθερο σχέδιο, η δε ριζοσπαστική Αριστερά είτε βυζαντινολογούσε για το φύλο των αγγέλων και την «ιστορική κληρονομιά» είτε –επαναπαυόμενη στην ασφαλή αντιπολίτευση της καταγγελίας– συμμετείχε με τον τρόπο της στον πολιτικό και ιδεολογικό ευνουχισμό του όποιου εργατικού κινήματος. Ενα άλλο κομμάτι της προσχωρούσε αργά αλλά σταθερά στον λεγκαλισμό και στον (συν)κυβερνητισμό με τους εκπροσώπους της άλλης πλευράς ή στην ιδέα της «υπεύθυνης Αριστεράς» που δεν φοβάται να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες.

    Το αποτέλεσμα ήταν η Σοσιαλδημοκρατία να δυσφημιστεί σε σημείο που να θεωρείται πιο αυθεντικός εκπρόσωπος των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων ακόμα και από τη Δεξιά (Μπλερ, Σρέντερ, Κλίντον, Ρέντσι κ.λπ.), ενώ η Αριστερά –πάντα χωρίς σχέδιο και νέες ιδέες– να διασπαστεί ανάμεσα σε καταγγελία και (κυβερνητική) διαχείριση της μιζέριας. Με μακρά ιστορία ενδοαριστερών εμφύλιων σπαραγμών, με τα γνωστά δραματικά τους αποτελέσματα, η Αριστερά σήμερα κινείται μεταξύ ενός εσωστρεφούς μαξιμαλισμού και μιας επιχείρησης εξωραϊσμού μιας πραγματικότητας που παραμένει (και θα παραμείνει για πολύ) μνημονιακή ή κρυφομνημονιακή και υποθηκευμένη στους δανειστές.

    Αυτό που χρειάζεται είναι να ξαναπιάσουμε το νήμα για το Σχέδιο Β, να επεξεργαστούμε εναλλακτικές που να εμπεριέχουν τον αγώνα, τη συνέπεια, αλλά και τον απαιτούμενο ρεαλισμό, διότι χωρίς αυτόν δεν πάμε πουθενά. Ταυτόχρονα σε αδιέξοδο και κοινωνική παθητικότητα, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα και στρεβλά εκλαμβάνεται σαν ανοχή και συναίνεση, οδηγεί και η επιμονή στο αριστερής κοπής αφήγημα της ανάπτυξης και την εξόδου από την επιτροπεία. Για να πετύχουμε αυτή την επανασύνδεση χρειάζεται θεωρητική και πρακτική δουλειά, επεξεργασμένες θέσεις, ανάλυση της διεθνούς κατάστασης και, φυσικά, συμμαχίες. Πάνω απ’ όλα η Αριστερά πρέπει να επαναθεμελιώσει την πολιτική της πάνω σε εκείνα τα χαρακτηριστικά τα οποία της προσέδωσαν ιστορικά το ηθικό πλεονέκτημα: εντιμότητα, ειλικρίνεια και πρόσδεση στα λαϊκά συμφέροντα.

    Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου και η συνεπαγόμενη ιδεολογική ηγεμονία μιας ρεβανσιστικής Δεξιάς διεθνώς, αλλά και η επανάκαμψη των απορριμμάτων της Ιστορίας (εθνικισμός, ρατσισμός, μιλιταρισμός) σαφώς επηρέασαν την εξέλιξη της Αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες. Δίνουν όμως την ευκαιρία και για αναστοχασμό, ενώ ανοίγουν και νέους δρόμους αντίστασης και δράσης, τους οποίους πρέπει να ακολουθήσει η Αριστερά, εάν θέλει να υπάρξει και στο μέλλον ως θετική και όχι μοιραία δύναμη

    http://www.efsyn.gr/arthro/aristera-oraia-kai-ohi-moiraia

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με βαση την σχετικοτητα των δεξιων και αριστερων ιδεολογιων, αλλα και των επιστημονικων ανακαλυψεων ας δουμε που μας εχει οδηγησει ο συγκαλυμενος νεοφιλελευθερισμος που επελαυνει παγκοσμιως τα τελευταια 30 ετη , αλλα και ο στειρος μαρξισμος χωρις πραγματισμο και φαντασια .

    Διοτι το διλημμα δεν ειναι απο την μια : απο το 1.0% να κατεχει το 50,8% του παγκοσμιου πλουτου να φτασουμε διαδοχικα ….στο 0,1% σε μερικες δεκαετιες (ενω η «ψαλίδα» της οικονομικής ανισότητας είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού φτάνει δε, στο αστρονομικό 89% του παγκόσμιου πλούτου) ουτε η συρικνωση της μεσαιας ταξης(βλ. το προφητικο βιβλιο του 1996 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΤΗΝ-ΑΓΟΡΑ ΕΠΟΧΗΣ RIFKIN JEREMY) , ουτε η λουμπενοποιηση των νεων, κ.λπ.
    και απο την αλλη η σοσιαλιστικη επανασταση των ημιαποκληρων νεων, των φτωχοποιημενων μικροαστων που εχασαν το σπιι τους αφου εχασαν την δουλεια τους,…., με ταγους την ευπορη μεσηλικη αριστερα.

    Παραθετω μερικα αποσπασματ απο γραπτα του Feyerabend, για να γινει κατανοητο το πλαισιο στο οποιο θα ηθελα να κινηθει η συζητηση.

    1. Κάθε ιδεολογία που καταλύει την επήρεια ενός συνολικού συστήματος σκέψης επάνω στα μυαλά των ανθρώπων συνεισφέρει στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Κάθε ιδεολογία που κάνει τον άνθρωπο να αμφισβητεί κληρονομημένες πεποιθήσεις βοηθά στη διαφώτιση. Μία αλήθεια που κυριαρχεί χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες είναι ένας τύραννος που πρέπει να ανατραπεί, και κάθε ψεύδος που μας βοηθά στην ανατροπή αυτού του τυράννου πρέπει να είναι ευπρόσδεκτο. Έπεται λοιπόν ότι η επιστήμη του δέκατου έβδομου -και του δέκατου όγδοου- αιώνα ήταν πράγματι ένα εργαλείο απελευθέρωσης και διαφώτισης. Δεν έπεται ότι η επιστήμη είναι δεδομένο ότι θα παραμείνει ένα τέτοιο εργαλείο. Δεν υπάρχει τίποτα το εγγενές στην επιστήμη, ή σε οποιαδήποτε άλλη ιδεολογία που να την καθιστά κατ’ ουσίαν απελευθερωτική.
    ΠΩΣ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
    FEYERABEND PAUL

    2. Ο Feyerabend είναι ένας από τους ριζοσπαστικότερους «φιλοσόφους» της επιστήμης, έναν τίτλο που δεν επιθυμούσε ιδιαίτερα. Στο χώρο της μελέτης της επιστήμης είναι ένας
    «μεθοδολογικός αναρχιστής» (αν και πολιτικά είναι μάλλον φιλελεύθερος – σοσιαλδημοκράτης).

    Προσπάθησε να δείξει ότι «Όλα επιτρέπονται». Επιχείρησε, δηλαδή, να πείσει πως δεν υπάρχουν
    μεθοδολογικοί κανόνες τους οποίους ακολουθούν πιστά οι επιστήμονες στη δράση τους, όπως ισχυρίζονται οι φιλόσοφοι της επιστήμης ότι συμβαίνει. Για τον Feyerabend η επιστήμη
    είναι μια δύναμη καταναγκασμού, τέτοια ώστε αν κάτι φαίνεται ότι δεν μπορεί να μελετηθεί με τις μεθόδους της, τότε «απορρίπτεται» ή περιθωριοποιείται ως πεδίο έρευνας.
    Ασκώντας κριτική στις θεωρίες του επαγωγισμού, της θεμελιοκρατίας και του λογικού θετικισμού, υποστήριξε πως δεν υπάρχει καμιά περιγραφή επιστημονικής μεθόδου τόσο ευρεία ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει όλες τις προσεγγίσεις και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από επιστήμονες. Ο Feyerabend ήταν αντίθετος με την ιδέα μιας τυποποιημένης επιστημονικής μεθόδου, με το επιχείρημα ότι κάθε τέτοια μέθοδος θα έπνιγε και θα καθήλωνε την επιστημονική πρόοδο.
    Ο ισχυρισμός του ήταν ότι: «Η μόνη αρχή που δεν εμποδίζει την πρόοδο είναι το: όλα επιτρέπονται»
    Την προαναφερόμενη θέση την υπερασπίστηκε στο Ενάντια στη Μέθοδο: κανένας μεθοδολογικός κανόνας δεν επιβάλλεται (τουλάχιστον με απόλυτο τρόπο) στην επιστημονική έρευνα.

    […]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. συνεχεια....

    3. Αφου λοιπον δεν μπορει να αποτελουν νομοτελεια τα πορισματα της σχολης του Σικαγου, αλλα ουτε ο «επιστημονικος σοσιαλισμος», και οπως γραφει

    » εφοσον ο Levi-Staruss μας εκανε να συνειδητοποιοησουμε οτι η Δυτικη Σκεψη δεν αποτελει ην μοναδικη κορυφη των ανθρωπινων επιτευγματων,…Εξαπατηθκαν ολοι αυτοι οι ανθρωποι. Σφαλλουν ολοι τους για τον ρολο της επιστημης. Εχουν πεσει ολοι θυματα μιας χιμαιρας.
    …Η απαντηση μου ειναι ενα αποφασιστικο «Ναι και Οχι».

    4. «Κατά την άποψή του θα ήταν καλύτερα να είχαμε μια πλουραλιστική κοινωνία η οποία θα ήταν
    προστατευμένη τόσο από την επιστήμη όσο και από τις διάφορες ιδεολογίες. Το ζητούμενο, δηλαδή, είναι μια κοινωνία στην οποία η παράλληλη παρουσία διαφόρων συγκροτημένων θεωριών ή γενικών απόψεων θα προστάτευε την κοινωνία αυτή από την απόλυτη κυριαρχία κάποιων ιδεών.»



    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Afotistos
    Ευχαριστώ για την αναφορά
    Εύχομαι καλές γιορτές

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017
    O Δεκέμβριος του 2008, προειδοποιητικός δείκτης τέλους μιας παρακμιακής εποχής

    […]

    Υπάρχει συγχώρεση χωρίς μεταμέλεια και χωρίς εξομολόγηση;
    Από την άλλη πλευρά, τα πολιτικά επιχειρήματα των επικριτών αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ από την δεξιά, κεντρώα ή και κεντρο-αριστερή πλευρά, αποδεικνύονται εξαιρετικά αδύναμα, αν τα αντιπαραβάλει κανείς με την πραγματική πραγματικότητα των δύο δεκαετιών 1990 και 2000. Η ζημιά που έκανε ο πολιτικός βρεφονηπιακός σταθμός προ του 2015 και οι μαθητευόμενοι μάγοι στο πρώτο εξάμηνο του 2015, ήταν απλώς μια «προστιθέμενη βλάβη», ένα κερασάκι στην τούρτα, σε ένα άρρωστο οικονομικό, πολιτικό, ηθικο-πολιτικό και διαχειριστικό-πολιτικό οικοδόμημα που σάπισε αργά-αργά από μέσα· ήδη το 2010 ήταν αδύνατο να σωθεί χωρίς έξωθεν θεραπευτική συνδρομή.

    […]

    Πριν το 2008 – Οι καταστροφικές πολιτικές σταθερές της εικοσαετίας 1990-2010
    Ποιές ήταν, στην πραγματικότητα, οι οικονομικές, πολιτικές, ηθικές και διαχειριστικές-πολιτικές σταθερές της εικοσαετίας 1990-2010, παρόλο που πολλά πράγματα πήγαιναν καλά «έξω» (είσοδος της Ελλάδας στην ζώνη του ευρώ, η Κύπρος στην ΕΕ και στην ευρωζώνη, πρωτοφανώς χαμηλά επιτόκια δημόσιου δανεισμού από τις διεθνείς αγορές);
    […]

    Προσωρινά συμπεράσματα: Τελικά, καταλαβαίνουν και οι αργόστροφοι;

    Ο δρόμος που πέρασε από τον οδοδείκτη του Δεκεμβρίου 2008 οδήγησε στην «αγανάκτηση» της διετίας 2010-2012, από την οποία απουσίαζε απολύτως η κριτική εναντίον αυτού του αποτυχημένου κράτους και αυτής της δυσαρμονικής κοινωνίας – του αρνητικού πρωταθλητή της κοινωνικής ανισότητας στην Ευρώπη, τώρα, τότε, όπως εξίσου και πριν. Ως τελικό προορισμό είχε τις συμμετρικές και αντίρροπες αυταπάτες – και απάτες – «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» της πενταετίας 2010-2015. Όμως ο δρόμος αυτός ήταν ήδη στρωμένος και ορθάνοιχτος πολλά χρόνια πριν το 2010 και το 2008.

    Δυστυχώς, το τέλος των αυταπατών δεν έφερε κοινωνική και πολιτική αυτογνωσία. Για όσο καιρό αυτοί που θυμούνται με νοσταλγία και ικανοποίηση τις δεκαετίες του 1990 και 2000, έχουν δύναμη και είναι αρκετοί σε αριθμό, η κοινωνική και πολιτική ακινησία θα συνεχίζεται. Οι άλλοι, όσοι κυττάζουν πίσω προς τις δεκαετίες αυτές με πραγματική κριτική διάθεση στηριγμένη σε επιχειρήματα ή και με εύλογο θυμό, προς το παρόν, είναι λίγοι και αδύναμοι. Και δεν ξέρουμε άν θα πληθύνουν και θα δυναμώσουν.

    Κοινωνική ακινησία και φτωχός αναστοχασμός μέσα, σημάδια πολιτικής αποσύνθεσης έξω, στην Ευρώπη και στην Δύση (Brexit, Τραμπ, ακροδεξιά επέλαση στις ευρωπαϊκές χώρες, πολύ αβέβαιη κατάσταση και μεγάλη φθορά στο κομματικό σύστημα του παρά-την-θέλησή-του-«ηγεμόνα» της Ευρώπης, συνακόλουθη ακινησία στην ΕΕ). Άν αυτά είναι αντικειμενικά δεδομένα, τότε η πολιτική πυξίδα που προσανατολίζεται από δύο μαγνητικούς πόλους, την κοινωνική σκέψη και την λογική, συμβουλεύει επιλογή του λιγότερο κακού από τους μέχρι τώρα κακούς διαχειριστές της κρίσης (και του αποτυχημένου κράτους), αλλά και μειωμένες προσδοκίες. Τώρα, αυτό το κατανοούν ακόμη και οι αργόστροφοι, στις Βρυξέλλες, εξ ού και οι τόσοι έπαινοι και φιλικές χειρονομίες τους προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2017/12/o-2008.html#more

    ΥΓ Πολυ καλη αναδρομη του φιλικου ιστολογιου aftercrisis που καταληγει στο προσωρινο συμπερασμα οτι η σημερινη κυβερνηση ειναι επιλογη του «λιγότερο κακού από τους μέχρι τώρα κακούς διαχειριστές της κρίσης (και του αποτυχημένου κράτους), αλλά και (να διατηρουμε) μειωμένες προσδοκίες.» Παραλληλες διαπιστωσεις με το δικο σου αρθρο.

    ΥΓ2 Ευχομαι καλη χρονια και δημιουργικοτερο (για ολους) το 2018

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Χάρτινα κεφάλαια, πραγματικά χρέη: Η διερεύ‐
    νηση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης από τη
    σκοπιά των oικολογικών oικονομικών.
    Γιώργος Καλλής, Joan MartinezAlier,Richard B. Norgaard
    11 κείμενα για την αποανάπτυξη

    […]
    5. Οι μύθοι του οικονομισμού
    Θα πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στην πραγματική οικονομία
    που βρίσκεται «εκεί έξω» και στο σύμπλεγμα των μύθων που μας βοηθούν
    να της δίνουμε νόημα και να ζούμε και να συνεργαζόμαστε μέσα σε αυτήν.

    Αυτή τη διάκριση μπορούμε να την παραλληλίσουμε με εκείνη που αντιδια‐
    στέλλει τη φύση ως πραγματικότητα από το σύμπλεγμα των μύθων που οι
    παραδοσιακές κοινωνίες διατηρούν για τη φύση και για τη σχέση τους με
    αυτήν.

    […]

    Στη σύγχρονη εποχή, όπου
    δρούμε με βάση επιστημονικές ερμηνείες, οι οποίες στην αρχή προήλθαν
    από τη μηχανική, μετά από τη χημεία, και πρόσφατα από τη βιολογία, βλέ‐
    πουμε τα καλλιεργούμενα εδάφη και τις αγροτικές κοινωνίες να μετασχημα‐
    τίζονται και να εξελίσσονται μαζί και πάνω στους δρόμους και το φαντασι‐
    ακό της επιστήμης (Norgaard 1994). Ως σύγχρονοι άνθρωποι, ενεργούμε με
    πεποιθήσεις για τον κόσμο μας, έναν κόσμο που είναι εν πολλοίς οικονομι‐
    κός, πεποιθήσεις οι οποίες είναι ριζωμένες στην επιστήμη των οικονομικών.

    Αναφερόμαστε σε αυτό το σύμπλεγμα μύθων με τον όρο «οικονομισμός».

    Η δραστηριότητα της παγκόσμιας αγοράς μεγάλωσε 25 φορές κατά τον
    εικοστό αιώνα, και η οικονομία έγινε ο ίδιος ο Κόσμος για τους μισούς σχε‐
    δόν ανθρώπους του πλανήτη. Με τη διείσδυση της στην καθημερινή ζωή και
    την πραγματοποίηση ανταλλαγών σε όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις, η
    οικονομία της αγοράς παρεμβλήθηκε μεταξύ ημών και της φύσης, εμποδίζο‐
    ντάς μας από το να βλέπουμε τις ηθικές συνέπειες των αποφάσεών μας. Η
    ανάπτυξη του οικονομικού Κόσμου διευκολύνεται και δικαιολογείται από
    την οικονομική σκέψη, αλλά το αποτέλεσμα είναι να απλοποιείται. Η απλο‐
    ποίηση είναι το κλειδί στην κυρίαρχη προσέγγιση της ορθολογικής σκέψης,
    η οποία διέπει τις φυσικές επιστήμες και την ιδέα των ειδικοτήτων. Η ιστο‐
    ρία της ακαδημαϊκής οικονομικής σκέψης μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια
    διαδικασία θέσπισης των ορίων της ειδικότητας, μιας διεργασίας εξορθολο‐
    γισμού των επιχειρημάτων, που είτε αγνοούν πλήρως είτε υιοθετούν χον‐
    δροειδείς απλουστεύσεις για τον φυσικό κόσμο και για τα ηθικά ζητήματα
    του τί είναι σωστό και τί λάθος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. συνεχεια....

    Όλο και περισσότερο, οι σύγχρονοι άνθρωποι αναγκάζονται να κατανοούν
    το φυσικό κόσμο περνώντας μέσα από την οικονομία. Οι οικονομολόγοι,
    πρώτοι, ενθάρρυναν αυτήν την προσέγγιση με χαρακτηριστικό παράδειγμα
    τους Barnett και Morse (1963). Το επιχείρημά τους ήταν ότι οι φυσικοί πό‐
    ροι δεν μπορεί να γίνονται πιο σπάνιοι, αφού οι τιμές τους μειώθηκαν από
    τα τέλη του 19ου αιώνα και κατά το μεγαλύτερο τμήμα του 20ου αιώνα. Σύμ‐
    φωνα με τους οικονομολόγους οι αυξανόμενες τιμές είναι η καλύτερη ένδει‐
    ξη σπανιότητας των φυσικών πόρων, είτε ακολουθώντας τη λογική της
    προσφοράς και της ζήτησης του Ricardo με τη βασική παρατήρησή του ότι
    στην παραγωγή πρώτα χρησιμοποιείται η καλύτερη γη, είτε μέσω του πιο
    εξειδικευμένου μοντέλου του Hotelling περί της βέλτιστης διαχρονικής χρή‐
    σης των φυσικών πόρων. Αυτός ο τρόπος σκέψης μπορεί να συνοψιστεί σε
    ένα απλό λογικό συλλογισμό:

    Αν οι πόροι είναι σπάνιοι, και

    Αν οι συμμετέχοντες στην αγορά των πόρων γνωρίζουν ότι είναι σπάνιοι,
    τότε
    Οι τιμές των πόρων θα αυξηθούν.

    Οι Barnett & Morse, καθώς και πολυάριθμοι οικονομολόγοι και μη έκτοτε
    (Simon 1981, Lomborg 2001), απλώς αντέστρεψαν το επιχείρημα, υποστη‐
    ρίζοντας ότι αφού οι τιμές των πόρων πέφτουν, τότε δεν γίνεται οι πόροι να
    είναι σπάνιοι. Αλλά η πρώτη προκείμενη του ίδιου επιχειρήματός, ότι δηλα‐
    δή η οικονομία συνδέεται με την πραγματικότητα, έχει ξεχαστεί. Αν οι συμ‐
    μετέχοντες στην αγορά δεν γνωρίζουν ότι οι πόροι είναι σπάνιοι, με την
    πραγματική έννοια της φράσης, τότε το οικονομικό επιχείρημα ακυρώνεται.

    Αν ξέρουν πράγματι, τότε θα μπορούσαμε απλώς να τους ρωτήσουμε πόσο
    σπάνιοι είναι. Αυτό θα ήταν προτιμότερο, αφού έτσι θα μπορούσαμε να
    δούμε τις διαφορές στην κατανόηση ή τη γνώση και τους διαφορετικούς
    κινδύνους που έχει η κάθε εκτίμηση, από το να συμπυκνώνουμε όλη την
    πολυπλοκότητα και όλη την πληροφορία σε έναν μόνο δείκτη, την τιμή, ο
    οποίος δεν δίνει καμία άλλη πληροφορία (Norgaard 1990).

    Το κρίσιμο θέμα εδώ είναι ότι για να λειτουργούν καλά οι αγορές, πρέπει
    επαρκής αριθμός από τους συμμετέχοντες σε αυτές να κατανοούν, ανεξάρ‐
    τητα ο καθένας, την πραγματικότητα πίσω από τις αγορές. Οι οικονομολό‐
    γοι όμως, υποστηρίζουν ότι μπορούμε να καταλάβουμε την πραγματικότητα
    μέσω των αγορών ανεξάρτητα από το αν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες στην
    αγορά κατανοούν την πραγματικότητα ή όχι. Εδώ βρίσκεται το κλειδί για
    την κρίση της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ.

    […]

    ΑπάντησηΔιαγραφή