Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Δαυίδ ή Λεωνίδας;





 





Μάιος του 1976 μια φοιτητική εκδρομή στην Σόφια.
Eίναι η πρώτη φορά που ευρίσκομαι εκτός Ελλάδος. Ο προορισμός είναι ο κλασσικός «οικονομικός» για τα δεδομένα της εποχής. Προηγούμενοι επισκέπτες μας έχουν «σφυρίξει» ότι υπάρχουν ευκαιρίες για οικονομικές μικροαγορές στα περιθώρια του φοιτητικού  χαρτζιλικιού της εποχής. Βρισκόμαστε στην Σόφια και κάπου ακούω ότι οι δίσκοι βινυλίου είναι φτηνοί. Εισβάλλω στο πρώτο δισκοπωλείο και οι τιμές είναι όντως «εξωφρενικές». Ωστόσο οι επιλογές ελάχιστες. Το  κομμάτι των δίσκων κλασσικής μουσικής μου φαίνεται τόσο φτηνό ,ώστε έστω και αν αυτή η μουσική είναι αρκετά «μακριά» , προτιμώ να κάνω μια μικρή επένδυση χωρίς ορατό μέλλον. Αγοράζω 10 βινυλια σε τιμή ενός της τότε Ελληνικής αγοράς. Οι δίσκοι «παίζουν» μερικές φορές στο μονοφωνικό πικάπ και μετά κουρνιάζουν με την σκόνη τους και τα σκρατσάκια τους στην άκρη μια μικρής συλλογής.
Οι δεκαετίες έχουν ένα κακό : παραλλάσουν τις αισθητικές κατευθύνσεις.
Εδώ και κάποιο καιρό η κλασσική μουσική εισέβαλλε , άγνωστο πως, στο ηχητικό περιβάλλον μου ενώ ταυτόχρονα το πικάπ αντικαταστάθηκε με ένα νέο ψηφιακό. Η ταξινομική διάθεση μετακόμισε από τα βιβλία στα βινύλια και χωρίς να θυμάμαι πως , οι δέκα δίσκοι της Σόφιας, άρχισαν να «λένε» κάτι μουσικά. Το πλεονέκτημα των δίσκων , οι μεγάλες περιγραφές των οπισθόφυλλων έχουν εξουδετερωθεί καθώς ήταν γραμμένα σε κυριλλική γραφή: σχεδόν δεν καταλαβαίνω τι ακούω.
Μετά από μερικές μέρες συνειδητοποιώ πως δύο βινύλια έχουν τα ίδια κομμάτια παιγμένα από δύο διαφορετικούς βιολιστές. Η σύμπτωση είναι στα όρια του διαβολικού. Απλώς μαζεύοντας δίσκους με την «οκά» έχω δύο βιολιστές να παίζουν τα ίδια κομμάτια. Πρόκειται για τους David Oistrakh και Leonid Kogan. Άγνωστοι σε μένα αλλά αρκετά οικείοι φυσιογνωμικά ,καθώς τα πορτραίτα τους είναι τα εξώφυλλα των δίσκων τους και με κοιτούν με το αυστηρό βλέμμα του σολίστα από το βάθος του ασπρόμαυρου εξώφυλλου.
Στο αυτί μου ο Δαυίδ είναι μουσικά γεμάτος στιβαρός ενώ η ορχήστρα στο «βάθος» ακούγεται «βαριά».
Ο Λεωνίδας είναι πιο οξύς, κοφτός, ενώ η ορχήστρα ακούγεται πιο μπάσα και δυσδιάκριτη.
 Το γκουγκλάρισμα είναι ο φίλος του αδαούς:
Ο Oistrakh είναι ο μεγάλος επίσημος βιολιστής της ΕΣΣΔ. Έχει διεθνή αναγνώριση ,ταξιδεύει στο εξωτερικό με ευχέρεια . Είναι η μεγάλη βεντέτα της Σοβιετικής μουσικής
Ο  Kogan είναι ο διακριτικός ταλαντούχος που φαίνεται να δυσκολεύεται με τις καθεστωτικές δομές της εποχής. Μεγάλη δημοφιλία αλλά ελάχιστες διεθνείς συμμετοχές.
Με ένα ιδιόμορφο τρόπο ο βίος του σολίστα έχει εγγραφεί στην μουσική του και η διαφορά είναι αναγνωρίσιμη και στο αυτί του μη μυημένου.
Επόμενο βήμα η περιήγηση στα καταπληκτικά μουσικά υπόγεια του βινυλίου της Αθήνας. Ο David ευρίσκεται στα μεγάλα κουτιά των δισκάδικων πενταπλάσιες φορές από τον Leonid.Η Αθήνα του βινυλίου αποκαλύπτει πως είναι αρκετά ενημερωμένη στις μουσικές αναμνήσεις.
Εδώ λοιπόν ο Δαυίδ και ο Λεωνίδας : ασπρόμαυρες εικόνες, στατικό κάδρο, μακρινές λήψεις, μπόλικο “buzz” .
 
 

 

 


Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Το κενό του διαρκούς "No Failure Story"


 
 
 
H πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή είχε μια αναμενόμενη αδρή πλοκή: Ο Τσίπρας υπεραμύνθηκε του «ηθικού πλεονεκτήματος» και παρέδωσε τεκμήρια διαφθοράς και διαπλοκής. Ο Μητσοτάκης χωρίς να αποκρούσει ευθέως τις κατηγορίες προσπάθησε να ισοφαρίσει τις μομφές. Είναι προφανής πως η Συριζαική εκδοχή έχει έρμα αλλά πάσχει σοβαρά στα συμφραζόμενα της.

Αν όντως το  Ancien Regime βαρύνεται με τόσες ατασθαλίες , αν όντως οι μηχανισμοί ελέγχου λειτουργούν και απερίσπαστοι επιβάλλουν πρόστιμα , τέλη γιατί τα εισπραττόμενα δεν αντανακλώνται σε απτές και ορατές ελαφρύνσεις στους αδύνατους; Η ηθική υπεροχή τελικά μετασχηματίζεται σε δυσανάλογα μικρή χρηματική ανταπόδοση. Έτσι έχουμε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή  . Η ηθική καθαρότητα γίνεται «ηθικοποίηση» των πολιτικών λιτότητας. Οι παρόμοιες πολιτικές με αποχρώσεις  εδράζονται στο συναινετικό έδαφος των του καλοκαιριού του 2015 (1) εφαρμόζονται ισοδυνάμως τόσο με «ηθικές» όσο και «διαπλεκόμενες» κυβερνήσεις.

Το πραγματικό πρόβλημα της ηθικής αξιολόγησης δεν είναι βέβαια οι προφανείς ατασθαλίες του Ancien Regime. Αυτές ήταν γνωστές και σχεδόν αναμενόμενες. Το πρόβλημα είναι σε πιο βαθμό  ο εκτραχηλισμός έχει κατανοηθεί αφομοιωθεί ως «εξαίρεση»   και  αν έχει μεταδοθεί ως ιός στα χαμηλότερα επίπεδα στην χονδροειδή εκδοχή του «μαζί τα φάγαμε». Στην Εγελιανή ιδιόλεκτο αυτό είναι ένα ζήτημα «ηθικής ζωής και τάξης» ,της ονομαζόμενης Sittlichkeit. Δεν πρόκειται για μια δέσμη θεολογικών κανόνων ή παρομοίων ηθικών εντολών , υπαγορευμένων έξωθεν , αλλά πολύτροπα σύνολα κοινωνικών και πολιτικών κυρίως ιδεών που επιτρέπουν σε κάθε ατομικότητα να αναπτύσσεται με τα δικά της χαρακτηριστικά αλλά σε συντονία με τους υψηλούς σκοπούς της κοινωνίας , με το κοινό Καλό.(2). Είναι πιθανόν η ελληνική κοινωνία να έχει ένα υψηλό κατακτημένο επίπεδο  Sittlichkeit  έτσι που η επίκληση του εκτραχηλισμού να μην είναι φόβητρο  ούτε έκκληση για ποινολόγιο. Σε συνθήκες παρατεταμένης δυσπραγίας , μπορεί να αναζητηθεί η επόμενη  τεχνική –πολιτική διέξοδος ανεξάρτητα από τις προφανείς ατασθαλίες .Για αυτό ίσως και η τεκμηρίωση ενός ωκεανού παρανομιών τελικά δεν δημιουργεί το αναμενόμενο κύμα δημοσιότητας (buzz).Ταυτόχρονα αυτή η «απόσταση» δεν είναι ένδειξη ενός εκτεταμένου παραβατισμού αλλά αντιστρόφως μια βαθύτερη εμπιστοσύνη στην Sittlichkeit επιτρέπει ένα νεύμα επανόδου στην εξουσία του προσωπικού με τους λεμονοστύφτες της Siemens.

Την άνοιξη του 14 είχαμε μια προφανή βελτίωση μερικών δεικτών της οικονομίας. Η «συμφωνημένη» έξοδος στις αγορές έδωσε μια νέα δυναμική και η αγορά αισθάνθηκε την έννοια του «πατώματος» της κρίσης. Οι αλλαγές ήταν μικρές οριακές αλλά απτές. Η περίοδος σηματοδοτήθηκε , καθ’ υπερβολήν, ως “success story” αλλά μάλλον επρόκειτο για ένα “no failure story”. H κυβέρνηση Σαμαρά πίστευε πως τα απτά δεδομένα της αγοράς θα μπορούσαν να ανακλαστούν ως κοινωνική δυναμική αλλά οι Ευρωεκλογές αποδείχθηκαν η έναρξη των συνεχών νικών του Συριζα. Την ίδια εποχή ο Συριζα λοιδορεί το “no failure story” , αμφισβητεί ολοσχερώς παραμετρικές θετικές αλλαγές και θεωρεί όλες τις  μικρές βελτιώσεις  ανύπαρκτες. (3)

Δυόμιση χρόνια μετά η Συριζαική διακυβέρνηση βλέπει άλλους δείκτες της οικονομίας να παραπέμπουν σε ένα παρόμοιο “no failure story” και εναγωνίως προσδοκά πως οι δείκτες θα μετασχηματιστούν σε κοινωνική συναίνεση. Μπορεί να αναμένει στο άπειρο  καθώς στην προηγούμενη περίοδο είχε συστηματικά κατασκευάσει μια προοπτική λύσης μόνο με ριζικούς καθαρούς όρους , όπου τα μικρά δευτερεύοντα δεν έχουν αξία. Τώρα που δείκτες της οικονομίες  είναι οριακά θετικοί δεν υπάρχει καμία κοινωνική υποδοχή για το τεχνικά δευτερεύον ,αυτό που δυνητικά γίνεται κοινωνικά σημαντικό σε ένα δεύτερο χρόνο. Μια επιχειρηματολογία που εδράζεται στην ήρεμη κατανόηση τεχνικών δεικτών και μπορεί να διακρίνει νεύματα αισιοδοξίας πίσω από τους τεχνικούς όρους των ποσοστών, έχει περισσότερο πολυσυλλεκτικό ακροατήριο στο «Ναι» του δημοψηφίσματος παρά στο «Όχι» που δομήθηκε σε μια άλλη  συλλογή πάσης φύσεως αγανακτήσεων. Η μετατόπιση από την οργή στην λογική ,σε καθεστώς συνεχιζόμενης δυσπραγίας  δεν διατάσσεται ούτε διευκολύνεται με την αποδοχή των «αυταπατών». Αυτή την υστέρηση από τους δείκτες στην καθημερινότητα , την οποία με χονδροειδή τρόπο υπονόμευσε ο Συριζα το 14 τώρα την αποδίδει στην στάση των εχθρικών ΜΜΕ.

Ο Sloterdijk έχει θεμελιώσει μια έννοια «Θυμικής» ( Thymotics) ως κινητήρια δύναμη της πολιτικής (πηγή). Στην σύλληψη αυτή δεν έχουμε ένα «σκληρό» πυρήνα της πολιτικής και μια εξωτερική συναισθηματική επιφάνεια χειρισμών και συμβόλων. Με τον τρόπο αυτό αποδόμεί την έννοια του  λαϊκισμού.  Δηλαδή κινείται  στην αντίθετη  οπτική  με την οποία τοποθετείται ο Laclau (4). O  Sloterdijk  δεν αναγνωρίζει καν την έννοια του λαικισμού ως φαινόμενο μιας συμβολικής διαχείρισης  την οποία  ο Laclau επαναφέρει  στο ύψος της από μια «έκπτωση»  ,αντιθέτως διαβλέπει  στον «θυμό» οντολογικά θεμέλια της πολιτικής όχι «λειτουργικά» διαμειβόμενα όπως θεωρεί ο Laclau .Από «Θυμική» άποψη δεν έχουμε μια «αντιμνημονιακή αγανάκτηση» που «πάγωσε»  το 15 ,αλλά η χρονοσειρά εκκινεί από τον προμνημονιακό Δεκέμβρη του 08 και καταλήγει τραυματικά με την Μαρφίν το 12.Αυτή η ψυχική επένδυση έχει χρόνους ωρίμανσης και ροές αποσυμπίεσης που είναι δύσκολο να διοχετευτούν και να μετασχηματιστούν σε μια σαφή θετική όψη λόγω της παρουσίασης θετικών δεικτών.

Η ηθική υπεροχή λοιπόν γίνεται μια αιωρούμενη ηθικολογία και η κατευναστική επίκληση μερικών δεικτών απευθύνεται σε ένα κοινό σε συναισθηματική σύγχυση ή τουλάχιστον στο λάθος κοινό. Με την έννοια αυτή ο Σύριζα είναι σχεδόν υποχρεωμένος να επανασυνδεθεί με τον Κουβέλη ως τον πλησιέστερο εκπρόσωπο της πρώτης φάσης του “no failure story”.

Από ότι φαίνεται το «no failure story» διαρκεί πολύ. Ας μην παραμείνει το μέλλον μας.


(1)   Αυτό ήταν βέβαια ορατό από το 2013 (πηγή)
(2)   Γκ.Χέγκελ. Φιλοσοφία και Πολιτική . Το σχόλιο του Δ.Τζωτζόρπουλου σ.50
(3)   Μοναδική εξαίρεση ο νυν υφυπουργός εξωτερικών Ξυδάκης που επικρότησε από την Καθημερινή τις κινήσεις Στουρνάρα για την συμφωνημένη έξοδο στις αγορές. Τι μανία με τους σοβαρούς δημοσιογράφους να μαγεύονται με την πολιτική για να χάνουν το κύρος τους.. ( Ξυδάκης, Κανέλλη κλπ)
(4)   Ίσως δεν είναι τυχαίο πως ο θετικός «αριστερός» λαϊκισμός του Laclau είναι το κύριο μοτίβο της,Συριζαικής ιδεοκίνησης ,πριν και μετά την «αυταπάτη» .Με το θεμελιακό διπολικό σχήμα « σκληρή πολιτική - εξωτερικό συναισθηματικό περίβλημα»  μπορούν να εξηγηθούν τα πάντα και να γίνουν ανεκτά τα πάντα. Συνέχεια του ίδιου γραμμικού σχήματος είναι και οι αναφορές περί «μελαγχολίας» κλπ. Αν όμως δουν το σχήμα του Sloterdijk τότε μπορούν να κατανοήσουν πως οι ψυχικές επενδύσεις δεν είναι μνημόνια που λαμβάνουν πρόσημα κατά βούληση. Στην προβληματική του Sloterdijk κινείται και η Martha Nussbaum Political Emotions

 

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Η διαφορά του 1962 έχει παραμείνει και ίσως έχει μεγαλώσει.


 

 
 
 
Η ιδιόμορφη τηλεοπτική κατάσταση με το πλήθος των επαναλήψεων και τις ταινίες παρέχει μερικές ενδιαφέρουσες ευκαιρίες: κλασσικές ταινίες .

Πριν μερικές ημέρες προβλήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα  η «Έκλειψη» του Αντονιόνι και η «Φαίδρα» του Ντασέν.Ο συγχρονισμός της προβολής είχε αποκρύψει άλλες συνάφειες.

Και οι δύο ταινίες είναι του 1962.

Στηρίζονται στις «Μούσες» των σκηνοθετών Μόνικα Βίτι και Μελίνα Μερκούρη. Δομούν την ερωτική πλοκή πάνω σε δύο οικονομικούς συντελεστές της εποχής.

Στην «Έκλειψη»  οι Ντελόν Βίτι γνωρίζονται στο χρηματιστήριο της Ρώμης ενώ η «Φαίδρα» ξεκινά με την καθέλκυση ενός νέου πλοίου στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά.

Στην εξέλιξη των ταινιών το χρηματιστήριο της Ρώμης έχει ένα μίνι κραχ  ενώ ο εφοπλιστής σύζυγος της «Φαίδρας»  αντιμετωπίζει ένα ναυάγιο με πολλούς νεκρούς.Οι μεγάλες διαφορές των ταινιών όμως αναδύονται  στην ερωτική πλοκή

Στην «Έκλειψη» ο Αντονιόνι ανατέμνει , διερευνά την ερωτική συνάντηση δύο σύγχρονων προσώπων της νέας αστικής πραγματικότητας του 60 : Υπαρξιακή περιδίνηση , ασάφεια προσδοκιών ,αδιέξοδες συναντήσεις σχεδόν προγραμματικά υπονομευμένες  αναδεικνύονται σε ένα αρχιτεκτονικό τοπίο της μεταπολεμικής Ρώμης. Δεν είναι τυχαίο πως σήμερα η «’Έκλειψη»  είναι αντικείμενο έρευνας για την μοναδική αρχιτεκτονική εικαστική παρουσίαση    της «μεταμοντέρνας» Ρώμης

Στην «Φαίδρα» ο Ντασέν βασίζεται στον κλασσικό μύθο του Ευριπίδη « Ιππόλυτος» και αναδεικνύει αρχετυπικούς ερωτικούς τύπους παιγμένους  με αδρό σχεδόν υπερβολικό τρόπο. Το δράμα είναι δεδομένο , απόλυτο.  

Όσο και αν η ερωτική σχέση είναι πυρηνικά προσωπική , ο τρόπος που αυτή αναδεικνύεται σε μια ταινία δεν μπορεί να αφαιρέσει τους μίτους και τους ιστούς με την οποία η στενή «πολιτική και οικονομία» την περιβάλλουν. Έτσι το 1962 το Ελληνικό σινεμά  δεν έχει κανένα επίπεδο αναφοράς για να στοχαστεί για ελλειπτικούς έρωτες της πόλης . Μπορεί να αναπαράγει τους θεμελιακούς μύθους  τους οποίους ανασυγκροτεί στο νέο περιβάλλον όπως αυτό  προκύπτει από την συνθήκη του μεταπολέμου. Ο Αντονιόνι έχει μια νέα Ρώμη με αρχιτεκτονικές καινοτομίες ενώ ο Ντασέν έχει νέα Ναυπηγεία.

Η διαφορά του 1962 είναι αδιαμφισβήτητη.

Η επιθετική αυστηρή δραματική Μερκούρη δεν έχει σχέση με την αφηρημένη , απορημένη γοητεία της Βίτι. Η Φαίδρα δεν είναι μια μόνη υπαρξιακά ριζικά διαφορετική από την Βιτόριας , «προηγείται» ιστορικά. Η Βιτόρια της Βίτι έπεται της Φαίδρας.

Σχεδόν 55 χρόνια μετά τα μισά ονόματα εταιρειών που παρεμβάλλονται στο ταμπλό του Χρηματιστηρίου της Ρώμης , στις δύο μαεστρικές σκηνές της  «Έκλειψης»  είναι ενεργά και σήμερα. Τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά όμως εδώ και δεκαετίες φυτοζωούν και παραμένουν μια οιονεί κρατική χρεοκοπημένη εταιρία. Με μια έννοια το αστικό περιβάλλον του Αντονιόνι έχει εξελιχθεί , έχει διαφθαρεί ίσως αλλά υπάρχει. Αντίθετα το οικονομικό όνειρο των Ναυπηγείων που περιβάλει ως αχλή τους ήρωες του Ντασέν έχει καταρρεύσει.

Η διαφορά του 1962 έχει παραμείνει και ίσως έχει μεγαλώσει.

Παρότι τεχνικές συντεταγμένες της Ελληνικής κρίσης ανήκουν στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής δομής ( Ευρώ, χρέος κλπ) εν τούτοις οι ιστορικές και ψυχολογικές αναφορές με ένα βασανιστικό τρόπο  αναδεικνύουν ένα έλλειμμα ,μια απόσταση, το οποίο μεταφέρεται από δεκαετία σε δεκαετία. Αν  τεχνικά η οικονομική κρίση  στον Νότο έχει ομοιότητες εν τούτοις σε εμάς παίρνει δυσμορφικά χαρακτηριστικά αυτοκαταστροφής και δράματος. Το εμβληματικό σύμβολο του ελληνικού κινηματογράφου, ο Απόλλων ,έχει καεί μαζί με τους ανθρώπους της διπλανής τράπεζας. Κάποια στιγμή θα ανοίξει και  ίσως προβάλει την «Έκλειψη» και την «Φαίδρα». Το ότι αυτές οι προβολές μπορεί να γίνουν σε ένα τόπο καύσης κτιρίων και ανθρώπων  μου προκαλεί μια αμηχανία.

Αυτή η αμηχανία είναι ισότιμη με την αισθητική και ψυχολογική  διαφορά που χαράζουν οι ταινίες του 1962.

Φαίνεται πως έστω και με τον Ευριπίδη στις αποσκευές πάμε κάπου αλλού από ότι νομίζουμε εδώ και πολλά χρόνια. Η  «Έκλειψη» είναι μια ταινία αναφοράς για το Ελληνικό κοινό σινεφίλ. Γιατί υπάρχουν και σε εμάς εστίες και νησίδες νέου αστικού βίου που αναγνωρίζουν οργανικά , παραγωγικά στην αισθητική και υπαρξιακή διαπραγμάτευση  του Αντονιόνι .Μπορούμε να δούμε σε εμάς και δίπλα μας τους ρευστούς Ντελόν και Βίτι της «Έκλειψης» εν τούτοις το αυστηρό δραματικό περιβάλλον της Φαίδρας με την φαντασίωση του εφοπλισμού και των Ναυπηγείων σηματοδοτεί  την μετακινούμενη απόσταση μας από τους «Δυτικούς» μας γείτονες.

Η διαφορά του 1962 μεταφέρεται ανά δεκαετίες  παρότι μια ορισμένη «δυτικόφιλη»  φαντασίωση θεωρεί ότι έχει μειωθεί. Όταν θα δούμε την Μόνικα και την Μελίνα  στην οθόνη του Απόλλωνα δίπλα από τα αποκαΐδια των καμένων της Μαρφίν τότε θα επιμετρήσουμε και την απόσταση .