Τον
Οκτώβριο του 1924 ο Γάλλος ποιητής και ψυχίατρος Αντρέ Μπρετόν δημοσίευσε το
«Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού» (Manifeste du surréalisme). Τον
Δεκέμβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Η
Υπερρεαλιστική Επανάσταση».Το ρεύμα εκφράζεται , αρχικά από τους
Λουί
Αραγκόν, Πολ Ελυάρ, Φιλίπ Σουπώ, Μαξ Ερνστ και μετέπειτα από Σαλβαντόρ Νταλί.
Ο Υπερρεαλισμός
έφτασε στην Ελλάδα με καθυστέρηση μίας δεκαετίας, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.Τον
Ιανουάριο του 1935, ο Ανδρέας Εμπειρίκος έδωσε μια ιστορική διάλεξη για το
κίνημα στην Αθήνα και τον Μάρτιο του 1935, ο Εμπειρίκος εξέδωσε την «Υψικάμινο»,
την πρώτη αμιγώς υπερρεαλιστική ποιητική συλλογή στην Ελλάδα, η οποία γράφτηκε
με τη μέθοδο της αυτόματης γραφής. Παρά τις αρχικές έντονες αντιδράσεις και την
ειρωνεία των συντηρητικών πνευματικών κύκλων, το κίνημα επέδρασσε κυρίως τη Γενιά του '30, αλλά δεν εξαπλώθηκε.
Για την
εξέλιξη του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα υπάρχουν σχολές ερμηνείας:
Ο
Ελληνιστής Mario Vitti, περιγράφει
το φαινόμενο με την έννοια του «ακρωτηριασμένου υπερρεαλισμού» ορίζοντας ένα
ιστορικό περίγραμμα ως εξής:
‘Όταν ο
Εμπειρίκος εισηγείται το ρεύμα , αναφέρεται σε αυτό με την αρχική εννοιολόγηση
ως καθολικό επαναστατικό κίνημα ατομικής και κοινωνικής επανάστασης , σχεδόν
ένα παράλληλο ή και ομόλογο πρόταγμα με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Όμως την ίδια
εποχή οι διανοούμενοι , με αναφορά στον «μαρξισμό» συσπειρωμένοι στα περιοδικά «Πρωτοπόροι»
και έπειτα «Νέοι Πρωτοπόροι» είχαν ανοίξει ένα μέτωπο «ορθοδοξίας» υποστηρίζοντας
τη θεωρία της ποίησης από τον λαό για τον λαό.
Έτσι το
ρεύμα ,μόνο με τη λογοτεχνική του δυναμική εισάγεται σε αστικούς κύκλους
ποίησης με μοναδικό στοιχείο αυτό της «ατομικής επανάστασης». Ο Mario Vitti αναλύει διεξοδικά την περίπτωση Ελύτη, οποίος έγκαιρα υιοθετεί το ρεύμα
, στην ιδεολογική του διάσταση. Δεν μπορούμε να ταξινομήσουμε την ποίηση του ως
υπερρεαλιστική, όμως o ίδιος , ως διανοούμενος , υπερασπίζεται τον υπερρεαλισμό.(Mario Vitti: Γραφείο
με Θέα.Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2006. Σελίδες 106 -136 . Ο υπερρεαλισμός
και οι χαμένες ευκαιρίες της αριστεράς).
Μια άλλη
οπτική προσφέρει ο Σάββας Μιχαήλ.( HOMO POETICUS) ΑΓΡΑ 2006
(Ερωτήματα για τη γενιά του 30 : Ο Αστερισμός του Ανέφικτου .Σελ 181-182)
Ο Μιχαήλ σημειώνει
πως «η κρατούσα ιδεολογική ανάγκη για συμβιβασμό των αντιθέτων , για «εθνική
ενότητα» της μετέωρης στον κόσμο ελληνικής συλλογικότητας, επικράτησε του
υπερρεαλισμού και τις οικουμενικές του οράσεις για το Καθολικό». Ο Μιχαήλ
περιγράφει την περίπτωση Εμπειρίκου και ελληνικού υπερρεαλισμού σαν «χαμένη Ατλαντίδα
στα πρώτα ριζοσπαστικά χρόνια μετά την κατάρρευση της χούντας, για να απωθηθούν
ξανά στη συνέχεια και σταθεροποίηση και το
τέλος της λεγόμενης μεταπολίτευσης.
Ξαναβλέπουμε
αυτές τις αναδρομές για τον υπερρεαλισμό, γιατί μέσα μιας ιδιαίτερης συγκυρίας γίνεται
επίκαιρος!
Η
γενικευμένη, εν πολλοίς συμφυρματική και χαώδης δυσανεξία για την Τεχνητή Νοημοσύνη,
δεν μπορεί να διακρίνει τις επαναστατικές δυνατότητες που προσφέρει κατ’ αρχάς στις
πλαστικές τέχνες (κωδική ονομασία AI art) :
1. Η Νέα
«Αυτόματη Γραφή» (Automated Prompting)
Ο ιστορικός Υπερρεαλισμός βασίστηκε στον «ψυχικό αυτοματισμό» (automatisme psychique) — τη δημιουργία χωρίς τον έλεγχο της λογικής, του
ορθολογισμού ή των ηθικών φραγμών.
Στο AI Art, ο καλλιτέχνης δίνει μια λεκτική εντολή (prompt) και ο αλγόριθμος παράγει ακαριαία εικόνες ή βίντεο μέσα
από συνειρμούς δισεκατομμυρίων δεδομένων. Η μηχανή λειτουργεί ως ένας ψηφιακός
αυτοματισμός, απελευθερώνοντας τυχαίες, απρόβλεπτες και συχνά παράδοξες
συνδέσεις που ένας ανθρώπινος νους δεν θα επέλεγε συνειδητά.
2. Το «Ψηφιακό
Ασυνείδητο» και τα Αλγοριθμικά Όνειρα
Οι υπερρεαλιστές λάτρευαν τα όνειρα και το υποσυνείδητο. Τα μοντέλα
τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται πάνω στη συλλογική ανθρώπινη οπτική μνήμη.
Όταν παράγεται ένα AI βίντεο για το αστικό τοπίο, η τεχνητή νοημοσύνη συχνά
«παραισθάνεται» (AI hallucinations). Δημιουργεί ρευστά κτίρια που λιώνουν, ανθρώπους που μεταμορφώνονται και
υβριδικές υφές. Αυτή η ρευστότητα της αλγοριθμικής εικόνας είναι η απόλυτη
οπτική ενσάρκωση του ονείρου, θυμίζοντας έντονα τους πίνακες του Σαλβαδόρ
Νταλί.
Όπως και τη δεκαετία του 30 η ελληνική
τέχνη βρίσκεται στην πρωτοπορία των αισθητικών αναζητήσεων και ρευμάτων.
Η έκθεση Prompting Cities της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών παρουσιάζεται ως μια εξερεύνηση της Τεχνητής
Νοημοσύνης ως εργαλείο καλλιτεχνικής παραγωγής, η ίδια η φύση του prompting και των παραγωγικών μοντέλων (Generative AI) μοιράζεται κοινό DNA με το κίνημα του Αντρέ Μπρετόν.
Την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο της θεσμικής συνεργασίας του Δήμου Αθηναίων με την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών θα πραγματοποιηθεί στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, από 21:00
έως 23:00, μια σειρά εκδηλώσεων του προγράμματος Prompting Cities, εγκαινιάζοντας έναν κύκλο καλλιτεχνικών παρεμβάσεων στον δημόσιο χώρο.
Στην πρώτη θεματική ενότητα του προγράμματος, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται
στη διερεύνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) ως εργαλείο καλλιτεχνικής παραγωγής και θα παρουσιαστούν στην πίσω όψη
του κτιρίου της Πινακοθήκης (πλατεία Δουρούτη) μια σειρά βιντεο-προβολών έργων
φοιτητριών/φοιτητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, καθώς και μια επιλογή
ηχητικών έργων ηλεκτροακουστικής μουσικής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος
Ψηφιακών Τεχνών σε επιμέλεια του Ταξιάρχη Διαμαντοπούλου.
Η έκθεση πραγματεύεται την πόλη («Cities») μέσα από το φίλτρο του prompt.
Μία από τις αγαπημένες πρακτικές των
σουρεαλιστών (και αργότερα των Καταστασιακών) ήταν η περιπλάνηση στην πόλη για
την ανακάλυψη του «θαυμαστού» μέσα στο καθημερινό. Προβάλλοντας αυτά τα
αλγοριθμικά, παράδοξα βίντεο πάνω στους τοίχους της Πινακοθήκης
του Δήμου Αθηναίων στο
Μεταξουργείο, οι δημιουργοί παραμορφώνουν την πραγματικότητα της πόλης,
δημιουργώντας μια υπερρεαλιστική εμπειρία για τους περαστικούς.
Όσο και αν
επιμένει ο ναρκισσιστικός μαρασμός , ελληνική κοινωνία έχει δυναμικές πλευρές
ανανέωσης, καλλιτεχνικής επαγρύπνησης και τεχνολογικής καινοτομίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου