Στις 9 Νοεμβρίου 2022 στην ηλεκτρονική έκδοση του LIFO o M. Hulot δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο «Από το «Γκιακ» στο «Ώπα Ώπα Μπλάτιμοι»: Η λογοτεχνία της ντοπιολαλιάς».
O Μ.Hulot επισημαίνει πως τα τελευταία δέκα χρόνια είναι αρκετά τα βιβλία που είναι γραμμένα σε τοπικές διαλέκτους, αλλά ελάχιστα όσα είναι εξ ολοκλήρου γραμμένα σε μια τοπική γλώσσα.
Τα περισσότερα βιβλία που είναι γραμμένα σε τοπική διάλεκτο είναι συλλογές διηγημάτων, με ιστορίες που «ζωντανεύουν» παλιά περιστατικά που συνέβησαν σε κάθε τόπο, με αφηγήσεις απλών, αγράμματων ανθρώπων. Αποτελούν εν μέρει ηθογραφία και εν μέρει ιστορική καταγραφή έστω και γεγονότων που για πολλούς μπορεί να είναι ασήμαντα, αλλά σημαίνουν πολλά για την τοπική ιστορία.
Ενδεικτικά αναφέρονται:
Σωτήρη Δημητρίου «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» (Κέδρος, 1993 / Πατάκης, 2015) Ακολούθησαν ο Θανάσης Βαλτινός, η Κλαίρη Μιτσοτάκη, ο Γιάννης Μακριδάκης, το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου (Αντίποδες, 2014 / Πατάκης, 2020), που έγινε ένα απρόσμενο best seller. Μετά το «Γκιακ» εμφανίστηκε η συλλογή διηγημάτων «Μόνο το αρνί» (εκδ. Πόλις, 2015) της Βασιλικής Πέτσα, με την ντοπιολαλιά της Καρδίτσας, που ήταν άλλη μια απρόσμενα μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Το «Ουρανός απ’ άλλους τόπους» του Σωτήρη Δημητρίου (Πατάκης, 2021).Το «Χάθηκε Βελόνι» του Χρήστου Αρμάντου Γκέζου (Μεταίχμιο, 2021) Μυθιστόρημα είναι και το βιβλίο του Μιχάλη Αλμπάτη «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» (Νήσος, 2022)
Τον Αύγουστο του 2026 , Τίνα Μανδηλαρά προχωρά , και πάλι στο LIFO σε μια πιο αδρή ταξινόμηση.
Θεωρεί ως σημείο καμπής το «Γκιακ» για το οποίο ισχυρίζεται πως καθόρισε τη μοίρα των νέων Ελλήνων συγγραφέων, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα γενιά δημιουργών και δίνοντας ώθηση σε ανεξάρτητους εκδοτικούς οίκους. Μέσα από τις κριτικές και τις αναφορές της, υπογραμμίζεται η δυναμική χρήση της αρβανίτικης ντοπιολαλιάς και της προφορικής αφήγησης. Το «Γκιακ» (που σημαίνει αιματηρός δεσμός / αίμα) διαπραγματεύεται τα συλλογικά τραύματα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, τη βία, τη βεντέτα και την πατριαρχική δομή της επαρχιακής κοινωνίας της εποχής.
Ακόμα εξετάζεται το πώς μια συλλογή διηγημάτων κατάφερε να μετατραπεί σε εκδοτικό φαινόμενο, να μεταφερθεί με επιτυχία στο θέατρο και να επανακαθορίσει τον τρόπο που η νεότερη πεζογραφία συνομιλεί με την Ιστορία.
Τη σκυτάλη πήρε ο Χιώτης , μόνιμος κάτοικος, Γιάννης Μακριδάκης (γνωστός για την ιδιωματική γραφή του σε βιβλία όπως «Η δεξιά τσέπη του ράσου» ή «Ανά Anagennisi») και ανέπτυξε μια σειρά από επιφυλάξεις για το κείμενο της Μανδηλαρά.
Συνοπτικά:
Ο Μακριδάκης έχει εκφράσει την επιφύλαξή του απέναντι στις λογοτεχνικές τάσεις που αντιμετωπίζουν την ντοπιολαλιά ή την επαρχιακή αφήγηση απλώς ως ένα «στιλιστικό εύρημα» ή ως ένα εμπορικό «trend» της εποχής.
Ο ίδιος δηλώνει συχνά πως δεν νιώθει κομμάτι του αθηνοκεντρικού λογοτεχνικού κατεστημένου ή των συγγραφικών κύκλων, τονίζοντας πως η δική του γραφή πηγάζει από τη βιωματική σχέση με τον τόπο του (τη Χίο) και τους ανθρώπους της υπαίθρου, και όχι από κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα.
Η συζήτηση είναι πραγματικά γόνιμη και ερεθιστική , καθώς στο υπόβαθρο της αναδύονται τρέχοντα ζητήματα ταυτότητας.
Κατ’αρχάς η τοπική διάλεκτος ήταν για πολλά χρόνια θέμα ταμπού γιατί η επίσημη γλώσσα και η πρωτευουσιάνικη προφορά ήταν ένας τρόπος για να δείξει κάποιος ότι έχει εξελιχθεί, ότι έχει αφήσει πίσω του το χωριό και έχει ενσωματωθεί στην αστική κουλτούρα – είναι πλέον μορφωμένος, επιστήμονας, διανοούμενος.
Μια συζήτηση για την γλώσσα το 2026 στην Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει σημαντικά και ίσως εκκρεμή ζητήματα, όπως τα Σλαβομακεδονιτικα, τα Βλάχικα, τις διαλέκτους των Ρομά.
Πηγαίνοντας , παραπέρα θα πρέπει να δούμε και νέα καινοφανή γλωσσικά ιδιώματα που αναδύονται από την συμβίωση με μετανάστες. Τα Ελληνικά που μιλάνε οι μετανάστες ίσως αξίζουν μιας μεγαλύτερης προσοχής.
Θέλω , απολύτως ενδεικτικά να αναφέρω τον λογαριασμό στο TikTok και Facebook Reel Xristaras32. Εδώ μια νεαρή Ελληνίδα ,Αλβανικής καταγωγής, εκκινώντας από μια περιπαικτική διάθεση ,παρουσιάζει σε μικρά σκετς , τον τρόπο ομιλίας , τους ιδιωματισμούς, τις φωνητικές ιδιορρυθμίες της Αλβανίδας μητέρας της.Παρά την αρχική πρόθεση η παρουσιάστρια, ουσιαστικά δημιουργεί ένα πλαίσιο καταγραφής ενός νέου αστικού ιδιώματος (όχι το γνωστό Βορειο-Ηπειρώτικο). Πρόκειται για την φυσική ανάδυση μιας γλωσσικής παραλλαγής της Ελληνικής μπροστά στα μάτια μας.
Άραγε θα μπορέσει και αυτή η “ντοπιολαλιά” να βρει κάποτε χώρο στην Λογοτεχνία μας.