Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

No more Circus please.


 Το 1939 το τότε Βασιλικό Θέατρο της Ελλάδος (νυν Εθνικό) μετέβη στο Λονδίνο, όπου έδωσε μια παράσταση με τον «Άμλετ»: ένα πραγματικό πολιτιστικό θράσος. Η παράσταση έλαβε διθυραμβικές κριτικές.


Όμως αυτό δεν ήταν παρά μόνο ένα θεατρικό γεγονός, μέρος της εκτεταμένης περιοδείας του Βασιλικού Θεάτρου σε Γερμανία και Μ. Βρετανία, όπου παρουσίασε την «Ηλέκτρα» και τον «Άμλετ».


Σήμερα, χάρη στην εργασία του καθηγητή Κ. Δημάδη (Πεζογραφία και Εξουσία στη Νεώτερη Ελλάδα, Αρμός 2018), ξέρουμε πως αυτή η πρωτοφανής καλλιτεχνική επιτυχία δεν ήταν παρά ένα πολιτικό εγχείρημα, εκτελεσμένο άψογα, που συνέλαβε η τότε πολιτική εξουσία.


Βλέπουμε λοιπόν μια σχετικά μικρή χώρα, δεκαεπτά χρόνια μετά τη μεγαλύτερη εθνική της καταστροφή, να προσπαθεί να ασκήσει, στο όριο των δυνατοτήτων της, επήρεια και αίγλη, ως μέρος μιας διαδικασίας «soft power».


Μάλιστα, ο Κ. Δημάδης σημειώνει την εκλεπτυσμένη στόχευση του ακροατηρίου, καθώς η Μεταξική εξουσία ήταν σφόδρα αγγλόφιλη γεωπολιτικά, αλλά ιδεολογικά αυταρχική/εθνικοσοσιαλιστική.


Ο συνειρμός αυτός είναι χρήσιμος για να εκτιμήσουμε πώς μια σημερινή υπερδύναμη δεν έχει (;), δεν μπορεί (;), δεν θέλει (;) να χρησιμοποιήσει τη λεγόμενη «soft power» στη σύγχρονη εκδοχή της.


Όλοι οι οικονομολόγοι συνομολογούν ότι η Κίνα δυναμώνει οικονομικά, παρότι υπάρχουν σοβαρές αρρυθμίες και αστάθειες: τα επίσημα κρατικά στοιχεία είναι καταφανώς στοχευμένα, υποκρύπτονται μεγάλες φούσκες ακινήτων, σκοτεινά τραπεζικά δεδομένα, το δημόσιο χρέος ωθείται και δεν καταγράφεται στις περιφέρειες, υπάρχουν capital controls για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, ενώ σοβεί δημογραφική ανισορροπία τύπου Ευρώπης κ.λπ.


Άλλωστε, ρίχνοντας μια ματιά στους δρόμους της Αθήνας και στα κινητά τηλέφωνα, δεν χρειαζόμαστε δα και τόσο μακροοικονομία για να έχουμε μια στοιχειώδη χονδρική εκτίμηση.


Ενώ όλοι κατανοούν την οικονομική μεγέθυνση, ταυτόχρονα απουσιάζει η Κίνα από τις σύγχρονες Τέχνες —η Κίνα του σήμερα ιδωμένη από Κινέζους καλλιτέχνες— ενώ απλώς επαναλαμβάνονται ρητά του Κομφούκιου, τσιτάτα του Σουν Τσου και διάφοροι ακροβάτες ως έκφραση ενός βαρετού, αναχρονιστικού φολκλόρ.


Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Κίνα έχει εξωφρενικά μικρότερη διεθνή πολιτιστική επιρροή από ό,τι θα περίμενε κανείς με βάση το μέγεθος, τον πληθυσμό και την οικονομική της ισχύ.


Ας δούμε τους ανταγωνιστές της:


  • Σε σύγκριση με τις ΗΠΑ:



    • Το Χόλιγουντ κυριαρχεί παγκοσμίως στον κινηματογράφο.


    • Η αμερικανική μουσική (ροκ, ποπ, χιπ χοπ, τζαζ) έχει τεράστια διεθνή απήχηση.


    • Οι αμερικανικές πλατφόρμας (Netflix, Disney, YouTube κ.λπ.) διανέμουν παγκοσμίως πολιτιστικό περιεχόμενο.


  • Σε σύγκριση με την Ευρώπη:



    • Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία, η κλασική μουσική, η φιλοσοφία και οι εικαστικές τέχνες έχουν συσσωρευμένο κύρος αιώνων.


    • Οι περισσότεροι μεγάλοι καλλιτεχνικοί «κανόνες» (canon) που διδάσκονται διεθνώς είναι ευρωπαϊκής προέλευσης.


  • Ακόμη και σε σύγκριση με την Ινδία:



    • Το Bollywood παράγει τεράστιο όγκο ταινιών με μεγάλη απήχηση σε Ασία, Μέση Ανατολή και Αφρική.


    • Η ινδική κουζίνα, η γιόγκα και η πνευματική παράδοση έχουν παγκόσμια αναγνωρισιμότητα.


  • Η Ιαπωνία: Μικρότερη οικονομία από την Κίνα, έχει δυσανάλογα μεγάλη παγκόσμια επιρροή μέσω anime, manga, video games και design.


  • Η Νότια Κορέα: Πολύ μικρότερη χώρα, ασκεί τεράστια επιρροή μέσω K-pop, K-drama και κινηματογράφου.


Όλες αυτές οι χώρες έχουν παράδοση εσωτερικής κριτικής, συγκρουσιακής αυτοσυνειδησίας και πολιτικές εκφράσεις διαμαρτυρίας.


Αντίθετα, λίγα κινεζικά πολιτιστικά προϊόντα έχουν γίνει πραγματικά παγκόσμια φαινόμενα (το TikTok είναι λογισμικό). Απουσιάζει εκκωφαντικά (λέγε με λογοκρισία) η εσωτερική ματιά για το σήμερα που βιώνουν οι Κινέζοι (ενώ Ινδοί, Κορεάτες και Ιάπωνες μας αποκαλύπτουν —και κάποτε βομβαρδίζουν— μέσω του κινηματογράφου τους όλες τις σκοτεινές πλευρές της κοινωνίας τους). Οι αμερικανικής καταγωγής Κινέζοι ή ακόμα και οι πολίτες του Χονγκ Κονγκ δεν λογίζονται ως αυθεντική παραγωγή.


Από το να είσαι μια καπιταλιστική μηχανή παραγωγής φθηνών προϊόντων και υπηρεσιών χάρη σε μια υποβαθμισμένη και πολιτικά περιορισμένη εργασία, μέχρι το να ηγεμονεύσεις, υπάρχει διαφορά.


Στα τελευταία Όσκαρ είχαμε δύο εμβληματικές υποψηφιότητες: το Μια μάχη μετά την άλλη και το Sinners. Η πρώτη ταινία αφορά έναν παροπλισμένο μαχητή μιας ένοπλης οργάνωσης (ένα υβρίδιο 17Ν-Ρουβίκωνα) και η δεύτερη σαφώς υποδηλώνει την αναβίωση ενός νέου φυλετισμού (Λευκοί-Μαύροι) στις ΗΠΑ.


Με συγχωρείτε, αλλά προτιμώ την τραμπική Αμερική του 2026 με τις Antifa οσκαρικές υποψηφιότητες, παρά τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα ρητά του Κομφούκιου (πλασαρισμένα σαν την πίσω πλευρά των παλαιού τύπου ημερολογίων με τα 365 χαρτάκια) και τις ανούσιες επιδείξεις τσίρκου.


Ταυτόχρονα, μου προκαλούν γέλια οι βαθυστόχαστες αναλύσεις για την Κίνα ως ένα συμπαγές, αδιατάρακτο όλο, χωρίς πολίτες, αδικίες, συγκρούσεις (δηλαδή Πολιτική) και χωρίς σύγχρονη αυτοκριτική Τέχνη (δηλαδή Ανθρωπιά).


Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Ποια είναι αυτή η Waste Land και γιατί μας αρέσει;

 


Παρά τον ενδημικό γογγυσμό για την γενική κατάσταση της χώρας, η ασυνεχής παλινδρομική πρόοδος συνεχίζεται σε σχεδόν όλους τους τομείς. Ταυτόχρονα ,υποτιμάται και η ενίοτε συγχρονισμένη  θέση της ελληνικής κοινωνίας με τα πρωτοποριακά βήματα, στις Τέχνες ,τις Επιστήμες.

Το 2020 εκδίδεται η τελευταία , προς το παρόν, μετάφραση του «The Waste Land» του T.S.Eliot , μια εργασία του Χ.Βλαβιανού. Η μετάφραση συνοδεύεται από πραγματολογικό και δοκιμιακό υλικό , προϊόν μεγάλης επεξεργασίας και ελέγχου, που διαυγάζει ζητήματα με τον Elliot , την εποχή του και το έργο του.

Το ποίημα έχει καταγραφεί στην δημόσια μνήμα ως «Η ‘Έρημη Χώρα» , όπως το απέδωσε ο Γ.Σεφέρης (1936) ενώ έχει αποδοθεί και ως «Ερημότοπος» (Τ.Παπατσώνης) (1933) , «Η Ρημαγμένη Γη» (Κ.Κύρου) (1990), «Η ‘Έρημη Γη» (Σ.Σταμπουλού) (2019) και « Η Άγονη Χώρα» (Χ.Βλαβιανός)  (2020).

Με την έκδοση αυτή, η Ελλάδα ως η χώρα , μαζί με την Σουηδία , με τον μεγαλύτερο αριθμό μεταφράσεων ανά κάτοικο , ενώ ιστορικά καταγράφει την έκτη θέση στην χρονολογία   πρώτης μετάφρασης.

Παραθέτω

Γλώσσα

Έτος Πρώτης Μετάφρασης

Μεταφραστής / Στοιχεία Πρώτης Έκδοσης

Γαλλικά

1926

Από τον René Taupin (σε συνεργασία με τον ίδιο τον Eliot) στο περιοδικό Esprit. (Η πρώτη πλήρης αυτοτελής έκδοση έγινε το 1947 από τον Pierre Leyris).

Γερμανικά

1927

Από τον σπουδαίο φιλόλογο και κριτικό Ernst Robert Curtius στο περιοδικό Neue Schweizer Rundschau.

Ιταλικά

1932

Από τον διακεκριμένο μελετητή Mario Praz στο περιοδικό Circoli.

Σουηδικά

1932

Από την ποιήτρια Karin Boye και τον Erik Mesterton στο περιοδικό Spektrum (εκδόθηκε ως βιβλίο το 1934).

Ισπανικά

1930

Η πρώτη πλήρης μετάφραση έγινε το 1932 από τον Angel Flores στη Νέα Υόρκη, αν και αποσπάσματα είχαν εμφανιστεί από το 1930 από τον Enrique Mallea στην Αργεντινή.

Ιαπωνικά

1932

Από τον ποιητή Junzaburō Nishiwaki, η οποία πυροδότησε ολόκληρο το μοντερνιστικό ρεύμα στην Ιαπωνία.

Ελληνικά

1933

Τάκης Παπατσώνης «Ερημότοπος»

Κινέζικα

1936

Από την Zhao Luorui (Lucy Chao), η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Modern Critic (Xiandai) και αργότερα ως αυτοτελές βιβλίο (1937).

Ρουμανικά

1938

Από τον ποιητή Ion Pillat στο περιοδικό Revista Fundațiilor Regale.

Πολωνικά

1946

Από τον νομπελίστα Czesław Miłosz, η οποία δημοσιεύτηκε αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στο περιοδικό Twórczość.

Τσεχικά

1947

Από τον ποιητή και εικαστικό Jiří Kolář (σε συνεργασία με τον J. Chalupecký) με τίτλο Pustina.

Δανέζικα

1948

Από τους Kai Friis Møller και Tom Kristensen στη συλλογή μεταφράσεων Ødemarken og andre digte.

Τουρκικά

1955

Από τον σημαντικό ποιητή Can Yücel με τίτλο Çorak Ülke (δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Yeditepe).

Ρωσικά

1971

Λόγω της σοβιετικής λογοκρισίας, η πρώτη πλήρης δημοσιευμένη μετάφραση καθυστέρησε και έγινε από τον Andrey Sergeev στη συλλογή Modern American Poetry.

 

Εδώ θα πρέπει να συνυπολογιστεί η σχετική οικονομική κοινωνική θέση της Ελλάδος , σε σχέση με τις χώρες που προηγούνται στην σχετική χρονολογική σειρά: πραγματική υπέρβαση με αποστάσεις «ετών φωτός» από ομοειδείς Βαλκανικές Χώρες.

Το συνεχές ενδιαφέρον για το έργο τροφοδοτεί και τις αλλεπάλληλες μεταφράσεις, προϊόν μιας διαρκούς ποιητικής και φιλολογικής διέγερσης .

Αν όμως δούμε τον αριθμό μεταφράσεων , ανά κάτοικο με έτος αναφοράς το 1930 τότε η

Ελλάδα είναι στην πρωτοπορία μαζί με την Σουηδία.

Χώρα

Εκτίμηση Πληθυσμού

Βάση~1930

Αριθμός Μεταφράσεων μέχρι σήμερα

Μεταφράσεις  ανά  εκ κατοίκων

Σουηδία

~6,1 εκ.

6

0,98

Ελλάδα

~6,4 εκ

6

0.93

Γαλλία

~41,5 εκ.

8

0,19

Ιταλία

~41,0 εκ.

15

0,36

Ισπανόφωνοι

~132,0 εκ.

35

0,26

Πορτογαλία Βραζιλία

~50,0 εκ

7

0,14

Γερμανία

~65,0 εκ.

4

0,06

Ρωσία (ΣΣΔ) / ΕΣΣΔ

~147,0 εκ. (ΕΣΣΔ)

5

0.03

Τσεχοσλοβακία

~14,7 εκ.

5

0,34

Ρουμανία

~18,0 εκ.

4

0,22

Τουρκία

~14,6 εκ. (1930)

6

0,42

Κίνα

~450,0 εκ.

15

0,03

Ιαπωνία

~64,5 εκ.

10

0,15

Δανία

~3,5 εκ.

2

0,57

 

Στο εύλογο ερώτημα, γιατί και πως, η εμβληματική μοντέρνα  ποιητική σύνθεση έχει ερεθίσει και κινητοποιεί ακόμα την Ελληνική διανόηση προφανώς μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν.

Ας δούμε μερικά περιφερειακά δεδομένα.

Από τις 6 εκδόσεις οι δύο γίνονται σε διάστημα 3 ετών (1933-1936) , ακολουθούν σχεδόν 55 χρόνια μέχρι το 1990 και μετά 3 εκδόσεις (1983,2019,2020).

Οι δύο πρώτοι μεταφραστές Παπατσώνης, Σεφέρης ανήκουν στην γενιά του 30 είναι και οι δύο ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι, κοσμοπολίτες και ευρυμαθείς.

Οι τελευταίοι μεταφραστές (Κύρου,Σταμπουλού,Βλαβιανός) είναι φιλόλογοι, ποιητές που ίσως φλερτάρουν με την ιδέα αναμέτρησης με τον Σεφέρη: μια αναμφισβήτητα υγιής πρόκληση. Είναι δηλαδή η «Έρημη Χώρα» και όχι η «Wasted Land» το στοίχημα;

Πιθανόν.

Στη γενιά του τριάντα το Waste  γίνεται Έρημος ενώ οι σύγχρονοι προσθέτουν την Ρημαγμένη και την Άγονη.

Αλλά η και Land του Eliot μεταλλάσσεται χρονολογικά .Εκκινεί ως Τόπος (1933),  γίνεται Χώρα (1936), Γη (1990, 2019) και ξαναγίνεται Χώρα (2020).

‘Έχω μια ατεκμηρίωτη υποψία:

Μήπως η αναμφισβήτητη έλξη της Waste Land δεν οφείλεται μόνο στην μεταφυσική ποιητική της υπεροχή , αλλά σηματοδοτεί σε εμάς μια κυριολεκτική Χώρα, Τόπο, Γη που άλλοτε βιώνεται ως Έρημος, Ρημαδιό, Άγονη;

Μήπως η παλινδρομική κίνηση πρωτοπορεί στην υιοθεσία του ποιητικού μοντερνισμού και δεν αντέχει βρίσκοντας καταφύγιο σε μια αρνητική σηματοδότηση.

Κι όμως η ιστορικά ανοικτή πρωτοποριακή Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει ,κάνοντας γόνιμα τα άγονα, κατοικημένα τα ερημικά και να μην αφήσει κανένα ρημαδιό.