Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Prompting cities: η υπερρεαλιστική σχολή αναγεννάται με την Τεχνητή Νοημοσύνη.



Τον Οκτώβριο του 1924 ο Γάλλος ποιητής και ψυχίατρος Αντρέ Μπρετόν δημοσίευσε το «Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού» (Manifeste du surréalisme). Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Η Υπερρεαλιστική Επανάσταση».Το ρεύμα εκφράζεται , αρχικά από τους

Λουί Αραγκόν, Πολ Ελυάρ, Φιλίπ Σουπώ, Μαξ Ερνστ και μετέπειτα από Σαλβαντόρ Νταλί.

 

Ο Υπερρεαλισμός έφτασε στην Ελλάδα με καθυστέρηση μίας δεκαετίας, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.Τον Ιανουάριο του 1935, ο Ανδρέας Εμπειρίκος έδωσε μια ιστορική διάλεξη για το κίνημα στην Αθήνα και τον Μάρτιο του 1935, ο Εμπειρίκος εξέδωσε την «Υψικάμινο», την πρώτη αμιγώς υπερρεαλιστική ποιητική συλλογή στην Ελλάδα, η οποία γράφτηκε με τη μέθοδο της αυτόματης γραφής. Παρά τις αρχικές έντονες αντιδράσεις και την ειρωνεία των συντηρητικών πνευματικών κύκλων, το κίνημα επέδρασσε  κυρίως  τη Γενιά του '30, αλλά δεν εξαπλώθηκε.

 

Για την εξέλιξη του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα  υπάρχουν σχολές ερμηνείας:

 

Ο Ελληνιστής Mario Vitti, περιγράφει το φαινόμενο με την έννοια του «ακρωτηριασμένου υπερρεαλισμού» ορίζοντας ένα ιστορικό περίγραμμα ως εξής:

 

‘Όταν ο Εμπειρίκος εισηγείται το ρεύμα , αναφέρεται σε αυτό με την αρχική εννοιολόγηση ως καθολικό επαναστατικό κίνημα ατομικής και κοινωνικής επανάστασης , σχεδόν ένα παράλληλο ή και ομόλογο πρόταγμα με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Όμως την ίδια εποχή οι διανοούμενοι , με αναφορά στον «μαρξισμό» συσπειρωμένοι στα περιοδικά «Πρωτοπόροι» και έπειτα «Νέοι Πρωτοπόροι» είχαν ανοίξει ένα μέτωπο «ορθοδοξίας» υποστηρίζοντας τη θεωρία της ποίησης από τον λαό για τον λαό.

 

Έτσι το ρεύμα ,μόνο με τη λογοτεχνική του δυναμική εισάγεται σε αστικούς κύκλους ποίησης με μοναδικό στοιχείο αυτό της «ατομικής επανάστασης». Ο Mario Vitti αναλύει διεξοδικά την περίπτωση Ελύτη, οποίος έγκαιρα υιοθετεί το ρεύμα , στην ιδεολογική του διάσταση. Δεν μπορούμε να ταξινομήσουμε την ποίηση του ως υπερρεαλιστική, όμως o ίδιος , ως διανοούμενος , υπερασπίζεται τον υπερρεαλισμό.(Mario Vitti: Γραφείο με Θέα.Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2006. Σελίδες 106 -136 . Ο υπερρεαλισμός και οι χαμένες ευκαιρίες της αριστεράς).

 

 

Μια άλλη οπτική προσφέρει ο Σάββας Μιχαήλ.( HOMO POETICUS) ΑΓΡΑ 2006 (Ερωτήματα για τη γενιά του 30 : Ο Αστερισμός του Ανέφικτου .Σελ 181-182)

 

Ο Μιχαήλ σημειώνει πως «η κρατούσα ιδεολογική ανάγκη για συμβιβασμό των αντιθέτων , για «εθνική ενότητα» της μετέωρης στον κόσμο ελληνικής συλλογικότητας, επικράτησε του υπερρεαλισμού και τις οικουμενικές του οράσεις για το Καθολικό». Ο Μιχαήλ περιγράφει την περίπτωση Εμπειρίκου και ελληνικού υπερρεαλισμού σαν «χαμένη Ατλαντίδα στα πρώτα ριζοσπαστικά χρόνια μετά την κατάρρευση της χούντας, για να απωθηθούν ξανά στη συνέχεια και σταθεροποίηση και το  τέλος της λεγόμενης μεταπολίτευσης.

 

Ξαναβλέπουμε αυτές τις αναδρομές για τον υπερρεαλισμό, γιατί μέσα μιας ιδιαίτερης συγκυρίας γίνεται επίκαιρος!

 

Η γενικευμένη, εν πολλοίς συμφυρματική και χαώδης δυσανεξία για την Τεχνητή Νοημοσύνη, δεν μπορεί να διακρίνει τις επαναστατικές δυνατότητες που προσφέρει κατ’ αρχάς στις πλαστικές τέχνες (κωδική ονομασία AI art) :

1. Η Νέα «Αυτόματη Γραφή» (Automated Prompting)

Ο ιστορικός Υπερρεαλισμός βασίστηκε στον «ψυχικό αυτοματισμό» (automatisme psychique) — τη δημιουργία χωρίς τον έλεγχο της λογικής, του ορθολογισμού ή των ηθικών φραγμών.

Στο AI Art, ο καλλιτέχνης δίνει μια λεκτική εντολή (prompt) και ο αλγόριθμος παράγει ακαριαία εικόνες ή βίντεο μέσα από συνειρμούς δισεκατομμυρίων δεδομένων. Η μηχανή λειτουργεί ως ένας ψηφιακός αυτοματισμός, απελευθερώνοντας τυχαίες, απρόβλεπτες και συχνά παράδοξες συνδέσεις που ένας ανθρώπινος νους δεν θα επέλεγε συνειδητά.

2. Το «Ψηφιακό Ασυνείδητο» και τα Αλγοριθμικά Όνειρα

Οι υπερρεαλιστές λάτρευαν τα όνειρα και το υποσυνείδητο. Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται πάνω στη συλλογική ανθρώπινη οπτική μνήμη.

 Όταν παράγεται ένα AI βίντεο για το αστικό τοπίο, η τεχνητή νοημοσύνη συχνά «παραισθάνεται» (AI hallucinations). Δημιουργεί ρευστά κτίρια που λιώνουν, ανθρώπους που μεταμορφώνονται και υβριδικές υφές. Αυτή η ρευστότητα της αλγοριθμικής εικόνας είναι η απόλυτη οπτική ενσάρκωση του ονείρου, θυμίζοντας έντονα τους πίνακες του Σαλβαδόρ Νταλί.

Όπως και τη δεκαετία του 30 η ελληνική τέχνη βρίσκεται στην πρωτοπορία των αισθητικών αναζητήσεων και ρευμάτων.

Η έκθεση Prompting Cities της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών παρουσιάζεται ως μια εξερεύνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης ως εργαλείο καλλιτεχνικής παραγωγής, η ίδια η φύση του prompting και των παραγωγικών μοντέλων (Generative AI) μοιράζεται κοινό DNA με το κίνημα του Αντρέ Μπρετόν.

 

Την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο της θεσμικής συνεργασίας του Δήμου Αθηναίων με την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών θα πραγματοποιηθεί στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, από 21:00 έως 23:00, μια σειρά εκδηλώσεων του προγράμματος Prompting Cities, εγκαινιάζοντας έναν κύκλο καλλιτεχνικών παρεμβάσεων στον δημόσιο χώρο.


Στην πρώτη θεματική ενότητα του προγράμματος, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη διερεύνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) ως εργαλείο καλλιτεχνικής παραγωγής και θα παρουσιαστούν στην πίσω όψη του κτιρίου της Πινακοθήκης (πλατεία Δουρούτη) μια σειρά βιντεο-προβολών έργων φοιτητριών/φοιτητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, καθώς και μια επιλογή ηχητικών έργων ηλεκτροακουστικής μουσικής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Ψηφιακών Τεχνών σε επιμέλεια του Ταξιάρχη Διαμαντοπούλου. 

Η έκθεση πραγματεύεται την πόλη («Cities») μέσα από το φίλτρο του prompt.

Μία από τις αγαπημένες πρακτικές των σουρεαλιστών (και αργότερα των Καταστασιακών) ήταν η περιπλάνηση στην πόλη για την ανακάλυψη του «θαυμαστού» μέσα στο καθημερινό. Προβάλλοντας αυτά τα αλγοριθμικά, παράδοξα βίντεο πάνω στους τοίχους της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων στο Μεταξουργείο, οι δημιουργοί παραμορφώνουν την πραγματικότητα της πόλης, δημιουργώντας μια υπερρεαλιστική εμπειρία για τους περαστικούς.

Όσο και αν επιμένει ο ναρκισσιστικός μαρασμός , ελληνική κοινωνία έχει δυναμικές πλευρές ανανέωσης, καλλιτεχνικής επαγρύπνησης και τεχνολογικής καινοτομίας.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ίδια ζητήματα, διαφορετικές φιγούρες

 


Στα τέλη του 19ου αιώνα η ποίηση είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην ευρύτερη πολιτιστική και πολιτική ζωή.

Το 1897 ξεσπά η διαμάχη μεταξύ Ε. Ροΐδη και Α.Βλάχου με επίδικη την κατάσταση στην Ελληνική ποίηση.

Ανάλογες διαμάχες για πολιτιστικά θέματα δεν είναι άγνωστες μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα: Ζαμπέλιος-Πολυλάς,Αποστολάκης -Βάρναλής,Τσάτσος-Σεφέρης.

Ο Δ.Δημηρούλης επιμελήθηκε την έκδοση των σχετικών κειμένων της διαμάχης ,προσφέροντας μια ενδελεχή κατατοπιστική εισαγωγή περίπου 200 σελίδων ,ουσιαστικά ένα νέο βιβλίο. Το ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη δημοσίευσε το βιβλίο με τίτλο «Η Διαμάχη για την Ποίηση» το 2011.

Με την βοήθεια του Δ.Δημηρούλη μπορούμε να αποτυπώσουμε επιγραμματικά τις διαφορές Ροΐδη Βλάχου.

Ατ πο Ροΐδης θεωροσε ς μειονεκτήματα (ποξένωση π τν Ερώπη, λλειψη φιλοσοφικς κα θρησκευτικς νησυχί ας, παρχιωτισμός), Βλάχος τ πρόβαλλε ς παράγοντες πνευματικς γείας κα κοινωνικς κμάδας καί, τ σπουδαιότερο, δινε στν θνικ πομονωτισμ τ μορφ πιτακτικο καθήκοντος – γι ν μεγαλουργήσει λληνικς λας στ γ πο κληρονόμησε π τος πατέρες του πρεπε ν ποβάλει τ ερωπαϊκ προσωπεο, ν σταματήσει τος «πιθηκισμούς», ν μποδίσει τ διάβρωσή του π τν εσβολ συνηθειν κα δεν ξένων πρς τν χαρακτήρα κα τν παράδοσή του. «καινούργια» λλάδα δν εχε τίποτε ν κερδίσει π τν παφή της μ τν «παλαι» Ερώπη. Αντίθετα διακινδύνευε τν θνική της πόσταση κα τν πνευματική της γνησιότη τα: «Δόξα τ θε δν γηράσαμεν τι θνικς, οτε κατηντήσαμεν τοσοτον κ το πολιτισμο κρονόληροι, στε ν περιέλθωμεν παροξυσμος πομεμωραμένων κα στερικς ρέξεις πο σης διανοίας». σ 352

O Ροΐδης είχε πρώτος επισημάνει τον επιφανειακό και επιπόλαιο τρόπο μ τν ποο θηναϊκ κοινωνία κολουθοσε τος ερωπαϊκος συρμούς, πίστευε μως τι γι' ατ εναι πεύθυνη δια κα χι Ερώπη. Βλάχος βλεπε τ κακ στν Ερώπη κα ς ποτελεσματικ ντίδοτο πρότεινε τν νόθευτη κα μόλυντη ζω τς παρχίας. ποιητής, ν δν θελε ν προδώσει τν μπνευσή του, πρεπε ν φοσιωθε στν παρατήρηση τν πι πηγαίων κδηλώσεών της κα ν συνθέσει τ ποιητικό του ραμα π τ μεγαλεο το παρελθόντος κα τ λπιδοφόρα στοιχεα το παρόντος: «σάκις τ ποιητικν κενο τς νεωτέρας λλάδος πνεμα πέπνευσεν ες ληθς ποιητικς ψυχάς, σάκις πνευματικς κενος το θνους πλοτος ταμιεύθη ες καρδίας γνησίως λληνικς κα διαφθόρους τι π τν μαγγανευμάτων το νεωτέρου πολιτισμο, παρήγαγε ποιήματα θνικώτατον χοντα τν τύπον, ληθς λλη- νικά, τιμντα κα τν νεαρν μν φιλολογίαν κα τος γράψαντας ατ ποιητάς. Τοιατα τ πρτα ποιήματα τν δελφν Σούτσων κα τ πλεστα τν λυρικν το Ραγκαβ· τοιατα τ κάλλιστα το χιλλέως Παράσχου, το Βαλαωρίτου κα το Τερτσέτου, τοιατα τ πλεστα το Ζαλοκώστα...) σ 353

 

Σχηματικά μπορούμε να ιχνογραφήσουμε την διαφορά ως εξής:

 

Και οι δύο αναφέρονται σε μια πολιτιστική πνευματική «Ευρώπη».

 

Για τον Ροΐδη η Ευρώπη ταυτίζεται με την πρόοδο, την  οποία η Αθηναϊκή κοινωνία , ως κέντρο του Κράτους , αδυνατεί να παρακολουθήσει λόγω της επιπολαιότητας και ρηχότητας.

 

Για τον Βλάχο η Ευρώπη είναι  το  «κακό» για το οποίο , αντίδοτο είναι η αμόλυντη ζωή της επαρχίας.

 

Το  2024 σημαδεύτηκε με την απώλεια του Χ.Γιανναρά ενώ  πρόσφατα έφυγε ο Σ.Ράμφος. Παρότι μεταξύ Γιανναρά και Ράμφου δεν υπήρξε κανενός είδους αντιμαχία , είναι γεγονός πως ο δημόσιος τους λόγος σκιαγραφούσε με διαφορετικά μοτίβα το «Ελληνικό πρόβλημα». Οι δύο διανοούμενοι έχουν καταθέσει ένα πυκνό φιλοσοφικό έργο , ενώ είχαν συχνές παρεμβάσεις για τα τρέχοντα ζητήματα.

 

Παρότι τα ιστορικά επίδικα ,η κατάσταση του Κράτους , του ευρύτερου Ελληνισμού  είναι σήμερα διαφορετικά από τα τέλη του 19ου αιώνα , παρατηρούμε μια ενδιαφέρουσα επανάληψη του μοτίβου της διαμάχης Ροίδη Βλάχου.

 

Ο Χ.Γιανναράς , ενώ είχε ένα τόσο μεστό συνεχές φιλοσοφικό και θεολογικό έργο , στις παρεμβάσεις του για τα τρέχοντα, παρέμενε σιβυλλικός , μονίμως απαισιόδοξος και κατά βάθος απαξιωτικός για την σημερινή Ελληνική κοινωνία . Ταυτόχρονα αναφερόμενα στα δέοντα παρέμεινε γριφώδης και γενικόλογος . Ουσιαστικά ποτέ δεν ήταν σαφής η θέση του για τα επίκαιρα.

 

Εξετάζοντας τα δεδομένα της διαμάχης Ροΐδη -Βλάχου , ο Γιανναράς μοιάζει να υιοθετεί την κριτική στάση του Βλάχου, χωρίς όμως να μπορεί να αγκυρώσει τις προτάσεις του σε μια «υπαρκτή αμόλυντη επαρχία». Στα τέλη του 19ου αιώνα η ελληνική επαρχία, η κοινότητα , ενορία είναι απτή υπαρκτή πραγματικότητα και εύλογα μπορεί να την επικαλεστεί κάποιος ως αντίβαρο προς το «κακό» της Ευρώπης. Ο Γιανναράς ασπάζεται την απαξία που δείχνει ο Βλάχος για την Ευρώπη, αλλά μη έχοντας καμία πραγματολογική αναφορά σε μια πραγματική εναλλακτική παρέμεινε , όσον αφορά τις παρεμβάσεις του για την συγκυρία, ένας ασφυκτικός απαισιόδοξος χωρίς απτές εφαρμόσιμες προτάσεις. Δυνητικά θα μπορούσε να αποτελέσει το συμβολικό πρόσωπα αναφοράς για το κόμμα «Νίκη» αλλά δεν το αποτόλμησε.

 

Ο Σ.Ράμφος, αντιθέτως με την ψυχολογικού τύπου κριτική του για την συλλογική ανωριμότητα , προσομοιάζει προς τον Ροΐδη: και οι δύο αναφέρονται σε μια συμπαγή «Ευρώπη-Δύση» ,ως θετικό προσανατολισμό , έναντι του οποίου η Ελληνική αστική κοινωνία μονίμως υστερεί. Για τον Ροΐδη υπάρχει επιπολαιότητα και ρηχότητα ενώ για τον Ράμφο καθήλωση και μυστικισμός. Ο Ροΐδης αποφθέγγεται αφοριστικά «δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει Ελληνική ποίηση» ενώ ο Ράμφος μας κακολογεί ως ανώριμα κακομαθημένα παιδιά.

 

Είναι ενδιαφέρον , ίσως και μελαγχολικό ότι διαβάζοντας τη «Διαμάχη για την ποίηση» , με την καταπληκτική εισαγωγή του Δ.Δημηρούλη αναδύονται τα ίδια ζητήματα ενώ αλλάζουν οι πρωταγωνιστικές φιγούρες.

 

Info : Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (Τα κείμενα και οι αντιδράσεις) Αθήνα 2011 . Φιλολογική Επιμέλεια Δ.Δημηρούλης.

 

 

Διάσταση

Η Τάση «Ροΐδη / Ράμφου»

Η Τάση «Βλάχου / Γιανναρά»

Στάση απέναντι στη Δύση/Ευρώπη

Πρότυπο προόδου, ορθολογισμού και θεσμικής αντοχής.

Πηγή αλλοτρίωσης, «διάβρωσης» και πνευματικής έκπτωσης.

Διάγνωση για την Ελληνική Κοινωνία

Επιπολαιότητα, ρηχότητα, συλλογική ανωριμότητα («πιθηκισμός» ή «καθήλωση»).

Αποξένωση από τις αυτόχθονες ρίζες και την αληθινή παράδοση.

Προτεινόμενο Αντίδοτο / Ύπαρξη Πρότασης

Αφομοίωση των δυτικών κεκτημένων με αυτοκριτική.

Επιστροφή στην κοινοτική/ορθόδοξη ιδιοπροσωπεία (χωρίς όμως σύγχρονο υλικό αντίκρισμα).