Το 1939 το τότε Βασιλικό Θέατρο της Ελλάδος (νυν Εθνικό) μετέβη στο Λονδίνο, όπου έδωσε μια παράσταση με τον «Άμλετ»: ένα πραγματικό πολιτιστικό θράσος. Η παράσταση έλαβε διθυραμβικές κριτικές.
Όμως αυτό δεν ήταν παρά μόνο ένα θεατρικό γεγονός, μέρος της εκτεταμένης περιοδείας του Βασιλικού Θεάτρου σε Γερμανία και Μ. Βρετανία, όπου παρουσίασε την «Ηλέκτρα» και τον «Άμλετ».
Σήμερα, χάρη στην εργασία του καθηγητή Κ. Δημάδη (Πεζογραφία και Εξουσία στη Νεώτερη Ελλάδα, Αρμός 2018), ξέρουμε πως αυτή η πρωτοφανής καλλιτεχνική επιτυχία δεν ήταν παρά ένα πολιτικό εγχείρημα, εκτελεσμένο άψογα, που συνέλαβε η τότε πολιτική εξουσία.
Βλέπουμε λοιπόν μια σχετικά μικρή χώρα, δεκαεπτά χρόνια μετά τη μεγαλύτερη εθνική της καταστροφή, να προσπαθεί να ασκήσει, στο όριο των δυνατοτήτων της, επήρεια και αίγλη, ως μέρος μιας διαδικασίας «soft power».
Μάλιστα, ο Κ. Δημάδης σημειώνει την εκλεπτυσμένη στόχευση του ακροατηρίου, καθώς η Μεταξική εξουσία ήταν σφόδρα αγγλόφιλη γεωπολιτικά, αλλά ιδεολογικά αυταρχική/εθνικοσοσιαλιστική.
Ο συνειρμός αυτός είναι χρήσιμος για να εκτιμήσουμε πώς μια σημερινή υπερδύναμη δεν έχει (;), δεν μπορεί (;), δεν θέλει (;) να χρησιμοποιήσει τη λεγόμενη «soft power» στη σύγχρονη εκδοχή της.
Όλοι οι οικονομολόγοι συνομολογούν ότι η Κίνα δυναμώνει οικονομικά, παρότι υπάρχουν σοβαρές αρρυθμίες και αστάθειες: τα επίσημα κρατικά στοιχεία είναι καταφανώς στοχευμένα, υποκρύπτονται μεγάλες φούσκες ακινήτων, σκοτεινά τραπεζικά δεδομένα, το δημόσιο χρέος ωθείται και δεν καταγράφεται στις περιφέρειες, υπάρχουν capital controls για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, ενώ σοβεί δημογραφική ανισορροπία τύπου Ευρώπης κ.λπ.
Άλλωστε, ρίχνοντας μια ματιά στους δρόμους της Αθήνας και στα κινητά τηλέφωνα, δεν χρειαζόμαστε δα και τόσο μακροοικονομία για να έχουμε μια στοιχειώδη χονδρική εκτίμηση.
Ενώ όλοι κατανοούν την οικονομική μεγέθυνση, ταυτόχρονα απουσιάζει η Κίνα από τις σύγχρονες Τέχνες —η Κίνα του σήμερα ιδωμένη από Κινέζους καλλιτέχνες— ενώ απλώς επαναλαμβάνονται ρητά του Κομφούκιου, τσιτάτα του Σουν Τσου και διάφοροι ακροβάτες ως έκφραση ενός βαρετού, αναχρονιστικού φολκλόρ.
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Κίνα έχει εξωφρενικά μικρότερη διεθνή πολιτιστική επιρροή από ό,τι θα περίμενε κανείς με βάση το μέγεθος, τον πληθυσμό και την οικονομική της ισχύ.
Ας δούμε τους ανταγωνιστές της:
Σε σύγκριση με τις ΗΠΑ:
Το Χόλιγουντ κυριαρχεί παγκοσμίως στον κινηματογράφο.
Η αμερικανική μουσική (ροκ, ποπ, χιπ χοπ, τζαζ) έχει τεράστια διεθνή απήχηση.
Οι αμερικανικές πλατφόρμας (Netflix, Disney, YouTube κ.λπ.) διανέμουν παγκοσμίως πολιτιστικό περιεχόμενο.
Σε σύγκριση με την Ευρώπη:
Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία, η κλασική μουσική, η φιλοσοφία και οι εικαστικές τέχνες έχουν συσσωρευμένο κύρος αιώνων.
Οι περισσότεροι μεγάλοι καλλιτεχνικοί «κανόνες» (canon) που διδάσκονται διεθνώς είναι ευρωπαϊκής προέλευσης.
Ακόμη και σε σύγκριση με την Ινδία:
Το Bollywood παράγει τεράστιο όγκο ταινιών με μεγάλη απήχηση σε Ασία, Μέση Ανατολή και Αφρική.
Η ινδική κουζίνα, η γιόγκα και η πνευματική παράδοση έχουν παγκόσμια αναγνωρισιμότητα.
Η Ιαπωνία: Μικρότερη οικονομία από την Κίνα, έχει δυσανάλογα μεγάλη παγκόσμια επιρροή μέσω anime, manga, video games και design.
Η Νότια Κορέα: Πολύ μικρότερη χώρα, ασκεί τεράστια επιρροή μέσω K-pop, K-drama και κινηματογράφου.
Όλες αυτές οι χώρες έχουν παράδοση εσωτερικής κριτικής, συγκρουσιακής αυτοσυνειδησίας και πολιτικές εκφράσεις διαμαρτυρίας.
Αντίθετα, λίγα κινεζικά πολιτιστικά προϊόντα έχουν γίνει πραγματικά παγκόσμια φαινόμενα (το TikTok είναι λογισμικό). Απουσιάζει εκκωφαντικά (λέγε με λογοκρισία) η εσωτερική ματιά για το σήμερα που βιώνουν οι Κινέζοι (ενώ Ινδοί, Κορεάτες και Ιάπωνες μας αποκαλύπτουν —και κάποτε βομβαρδίζουν— μέσω του κινηματογράφου τους όλες τις σκοτεινές πλευρές της κοινωνίας τους). Οι αμερικανικής καταγωγής Κινέζοι ή ακόμα και οι πολίτες του Χονγκ Κονγκ δεν λογίζονται ως αυθεντική παραγωγή.
Από το να είσαι μια καπιταλιστική μηχανή παραγωγής φθηνών προϊόντων και υπηρεσιών χάρη σε μια υποβαθμισμένη και πολιτικά περιορισμένη εργασία, μέχρι το να ηγεμονεύσεις, υπάρχει διαφορά.
Στα τελευταία Όσκαρ είχαμε δύο εμβληματικές υποψηφιότητες: το Μια μάχη μετά την άλλη και το Sinners. Η πρώτη ταινία αφορά έναν παροπλισμένο μαχητή μιας ένοπλης οργάνωσης (ένα υβρίδιο 17Ν-Ρουβίκωνα) και η δεύτερη σαφώς υποδηλώνει την αναβίωση ενός νέου φυλετισμού (Λευκοί-Μαύροι) στις ΗΠΑ.
Με συγχωρείτε, αλλά προτιμώ την τραμπική Αμερική του 2026 με τις Antifa οσκαρικές υποψηφιότητες, παρά τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα ρητά του Κομφούκιου (πλασαρισμένα σαν την πίσω πλευρά των παλαιού τύπου ημερολογίων με τα 365 χαρτάκια) και τις ανούσιες επιδείξεις τσίρκου.
Ταυτόχρονα, μου προκαλούν γέλια οι βαθυστόχαστες αναλύσεις για την Κίνα ως ένα συμπαγές, αδιατάρακτο όλο, χωρίς πολίτες, αδικίες, συγκρούσεις (δηλαδή Πολιτική) και χωρίς σύγχρονη αυτοκριτική Τέχνη (δηλαδή Ανθρωπιά).

