Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Νέες αστικές ντοπιολαλιές

 


Στις 9 Νοεμβρίου 2022 στην ηλεκτρονική έκδοση του LIFO o M. Hulot δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο «Από το «Γκιακ» στο «Ώπα Ώπα Μπλάτιμοι»: Η λογοτεχνία της ντοπιολαλιάς».

O Μ.Hulot επισημαίνει πως τα τελευταία δέκα χρόνια είναι αρκετά τα βιβλία που είναι γραμμένα σε τοπικές διαλέκτους, αλλά ελάχιστα όσα είναι εξ ολοκλήρου γραμμένα σε μια τοπική γλώσσα. 

Τα περισσότερα βιβλία που είναι γραμμένα σε τοπική διάλεκτο είναι συλλογές διηγημάτων, με ιστορίες που «ζωντανεύουν» παλιά περιστατικά που συνέβησαν σε κάθε τόπο, με αφηγήσεις απλών, αγράμματων ανθρώπων. Αποτελούν εν μέρει ηθογραφία και εν μέρει ιστορική καταγραφή έστω και γεγονότων που για πολλούς μπορεί να είναι ασήμαντα, αλλά σημαίνουν πολλά για την τοπική ιστορία.

Ενδεικτικά αναφέρονται:

Σωτήρη Δημητρίου «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» (Κέδρος, 1993 / Πατάκης, 2015) Ακολούθησαν ο Θανάσης Βαλτινός, η Κλαίρη Μιτσοτάκη, ο Γιάννης Μακριδάκης, το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου (Αντίποδες, 2014 / Πατάκης, 2020), που έγινε ένα απρόσμενο best seller. Μετά το «Γκιακ» εμφανίστηκε η συλλογή διηγημάτων «Μόνο το αρνί» (εκδ. Πόλις, 2015) της Βασιλικής Πέτσα, με την ντοπιολαλιά της Καρδίτσας, που ήταν άλλη μια απρόσμενα μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Το «Ουρανός απ’ άλλους τόπους» του Σωτήρη Δημητρίου (Πατάκης, 2021).Το «Χάθηκε Βελόνι» του Χρήστου Αρμάντου Γκέζου (Μεταίχμιο, 2021) Μυθιστόρημα είναι και το βιβλίο του Μιχάλη Αλμπάτη «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» (Νήσος, 2022) 

Τον Αύγουστο του 2026 , Τίνα Μανδηλαρά προχωρά , και πάλι στο LIFO σε μια πιο αδρή ταξινόμηση.

Θεωρεί ως σημείο καμπής  το «Γκιακ» για το οποίο ισχυρίζεται πως καθόρισε τη μοίρα των νέων Ελλήνων συγγραφέων, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα γενιά δημιουργών και δίνοντας ώθηση σε ανεξάρτητους εκδοτικούς οίκους. Μέσα από τις κριτικές και τις αναφορές της, υπογραμμίζεται η δυναμική χρήση της αρβανίτικης ντοπιολαλιάς και της προφορικής αφήγησης. Το «Γκιακ» (που σημαίνει αιματηρός δεσμός / αίμα) διαπραγματεύεται τα συλλογικά τραύματα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, τη βία, τη βεντέτα και την πατριαρχική δομή της επαρχιακής κοινωνίας της εποχής.

Ακόμα εξετάζεται το πώς μια συλλογή διηγημάτων κατάφερε να μετατραπεί σε εκδοτικό φαινόμενο, να μεταφερθεί με επιτυχία στο θέατρο και να επανακαθορίσει τον τρόπο που η νεότερη πεζογραφία συνομιλεί με την Ιστορία.

Τη σκυτάλη πήρε ο Χιώτης , μόνιμος κάτοικος, Γιάννης Μακριδάκης (γνωστός για την ιδιωματική γραφή του σε βιβλία όπως «Η δεξιά τσέπη του ράσου» ή «Ανά Anagennisi»)  και  ανέπτυξε μια σειρά από επιφυλάξεις για το κείμενο της Μανδηλαρά. 

Συνοπτικά:

Ο Μακριδάκης έχει εκφράσει την επιφύλαξή του απέναντι στις λογοτεχνικές τάσεις που αντιμετωπίζουν την ντοπιολαλιά ή την επαρχιακή αφήγηση απλώς ως ένα «στιλιστικό εύρημα» ή ως ένα εμπορικό «trend» της εποχής.

Ο ίδιος δηλώνει συχνά πως δεν νιώθει κομμάτι του αθηνοκεντρικού λογοτεχνικού κατεστημένου ή των συγγραφικών κύκλων, τονίζοντας πως η δική του γραφή πηγάζει από τη βιωματική σχέση με τον τόπο του (τη Χίο) και τους ανθρώπους της υπαίθρου, και όχι από κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα.

Η συζήτηση είναι πραγματικά γόνιμη και ερεθιστική , καθώς στο υπόβαθρο της αναδύονται τρέχοντα ζητήματα ταυτότητας.

Κατ’αρχάς η τοπική διάλεκτος ήταν για πολλά χρόνια θέμα ταμπού γιατί η επίσημη γλώσσα και η πρωτευουσιάνικη προφορά ήταν ένας τρόπος για να δείξει κάποιος ότι έχει εξελιχθεί, ότι έχει αφήσει πίσω του το χωριό και έχει ενσωματωθεί στην αστική κουλτούρα – είναι πλέον μορφωμένος, επιστήμονας, διανοούμενος.

Μια συζήτηση για την γλώσσα το 2026 στην Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει σημαντικά και ίσως εκκρεμή ζητήματα, όπως τα Σλαβομακεδονιτικα, τα Βλάχικα, τις διαλέκτους των Ρομά.

Πηγαίνοντας , παραπέρα θα πρέπει να δούμε και νέα καινοφανή γλωσσικά ιδιώματα που αναδύονται από την συμβίωση με μετανάστες. Τα Ελληνικά που μιλάνε οι μετανάστες ίσως αξίζουν μιας μεγαλύτερης προσοχής.

Θέλω , απολύτως ενδεικτικά να αναφέρω  τον λογαριασμό στο TikTok και Facebook Reel  Xristaras32. Εδώ μια νεαρή Ελληνίδα ,Αλβανικής καταγωγής, εκκινώντας από μια περιπαικτική διάθεση ,παρουσιάζει σε μικρά σκετς , τον τρόπο ομιλίας , τους ιδιωματισμούς, τις φωνητικές ιδιορρυθμίες της Αλβανίδας μητέρας της.Παρά την αρχική πρόθεση η παρουσιάστρια, ουσιαστικά δημιουργεί ένα πλαίσιο καταγραφής ενός νέου αστικού ιδιώματος (όχι το γνωστό Βορειο-Ηπειρώτικο). Πρόκειται για την φυσική ανάδυση μιας γλωσσικής παραλλαγής της Ελληνικής μπροστά στα μάτια μας.

Άραγε θα μπορέσει και αυτή η “ντοπιολαλιά” να βρει κάποτε χώρο στην Λογοτεχνία μας.


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Prompting cities: η υπερρεαλιστική σχολή αναγεννάται με την Τεχνητή Νοημοσύνη.



Τον Οκτώβριο του 1924 ο Γάλλος ποιητής και ψυχίατρος Αντρέ Μπρετόν δημοσίευσε το «Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού» (Manifeste du surréalisme). Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Η Υπερρεαλιστική Επανάσταση».Το ρεύμα εκφράζεται , αρχικά από τους

Λουί Αραγκόν, Πολ Ελυάρ, Φιλίπ Σουπώ, Μαξ Ερνστ και μετέπειτα από Σαλβαντόρ Νταλί.

 

Ο Υπερρεαλισμός έφτασε στην Ελλάδα με καθυστέρηση μίας δεκαετίας, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.Τον Ιανουάριο του 1935, ο Ανδρέας Εμπειρίκος έδωσε μια ιστορική διάλεξη για το κίνημα στην Αθήνα και τον Μάρτιο του 1935, ο Εμπειρίκος εξέδωσε την «Υψικάμινο», την πρώτη αμιγώς υπερρεαλιστική ποιητική συλλογή στην Ελλάδα, η οποία γράφτηκε με τη μέθοδο της αυτόματης γραφής. Παρά τις αρχικές έντονες αντιδράσεις και την ειρωνεία των συντηρητικών πνευματικών κύκλων, το κίνημα επέδρασσε  κυρίως  τη Γενιά του '30, αλλά δεν εξαπλώθηκε.

 

Για την εξέλιξη του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα  υπάρχουν σχολές ερμηνείας:

 

Ο Ελληνιστής Mario Vitti, περιγράφει το φαινόμενο με την έννοια του «ακρωτηριασμένου υπερρεαλισμού» ορίζοντας ένα ιστορικό περίγραμμα ως εξής:

 

‘Όταν ο Εμπειρίκος εισηγείται το ρεύμα , αναφέρεται σε αυτό με την αρχική εννοιολόγηση ως καθολικό επαναστατικό κίνημα ατομικής και κοινωνικής επανάστασης , σχεδόν ένα παράλληλο ή και ομόλογο πρόταγμα με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Όμως την ίδια εποχή οι διανοούμενοι , με αναφορά στον «μαρξισμό» συσπειρωμένοι στα περιοδικά «Πρωτοπόροι» και έπειτα «Νέοι Πρωτοπόροι» είχαν ανοίξει ένα μέτωπο «ορθοδοξίας» υποστηρίζοντας τη θεωρία της ποίησης από τον λαό για τον λαό.

 

Έτσι το ρεύμα ,μόνο με τη λογοτεχνική του δυναμική εισάγεται σε αστικούς κύκλους ποίησης με μοναδικό στοιχείο αυτό της «ατομικής επανάστασης». Ο Mario Vitti αναλύει διεξοδικά την περίπτωση Ελύτη, οποίος έγκαιρα υιοθετεί το ρεύμα , στην ιδεολογική του διάσταση. Δεν μπορούμε να ταξινομήσουμε την ποίηση του ως υπερρεαλιστική, όμως o ίδιος , ως διανοούμενος , υπερασπίζεται τον υπερρεαλισμό.(Mario Vitti: Γραφείο με Θέα.Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 2006. Σελίδες 106 -136 . Ο υπερρεαλισμός και οι χαμένες ευκαιρίες της αριστεράς).

 

 

Μια άλλη οπτική προσφέρει ο Σάββας Μιχαήλ.( HOMO POETICUS) ΑΓΡΑ 2006 (Ερωτήματα για τη γενιά του 30 : Ο Αστερισμός του Ανέφικτου .Σελ 181-182)

 

Ο Μιχαήλ σημειώνει πως «η κρατούσα ιδεολογική ανάγκη για συμβιβασμό των αντιθέτων , για «εθνική ενότητα» της μετέωρης στον κόσμο ελληνικής συλλογικότητας, επικράτησε του υπερρεαλισμού και τις οικουμενικές του οράσεις για το Καθολικό». Ο Μιχαήλ περιγράφει την περίπτωση Εμπειρίκου και ελληνικού υπερρεαλισμού σαν «χαμένη Ατλαντίδα στα πρώτα ριζοσπαστικά χρόνια μετά την κατάρρευση της χούντας, για να απωθηθούν ξανά στη συνέχεια και σταθεροποίηση και το  τέλος της λεγόμενης μεταπολίτευσης.

 

Ξαναβλέπουμε αυτές τις αναδρομές για τον υπερρεαλισμό, γιατί μέσα μιας ιδιαίτερης συγκυρίας γίνεται επίκαιρος!

 

Η γενικευμένη, εν πολλοίς συμφυρματική και χαώδης δυσανεξία για την Τεχνητή Νοημοσύνη, δεν μπορεί να διακρίνει τις επαναστατικές δυνατότητες που προσφέρει κατ’ αρχάς στις πλαστικές τέχνες (κωδική ονομασία AI art) :

1. Η Νέα «Αυτόματη Γραφή» (Automated Prompting)

Ο ιστορικός Υπερρεαλισμός βασίστηκε στον «ψυχικό αυτοματισμό» (automatisme psychique) — τη δημιουργία χωρίς τον έλεγχο της λογικής, του ορθολογισμού ή των ηθικών φραγμών.

Στο AI Art, ο καλλιτέχνης δίνει μια λεκτική εντολή (prompt) και ο αλγόριθμος παράγει ακαριαία εικόνες ή βίντεο μέσα από συνειρμούς δισεκατομμυρίων δεδομένων. Η μηχανή λειτουργεί ως ένας ψηφιακός αυτοματισμός, απελευθερώνοντας τυχαίες, απρόβλεπτες και συχνά παράδοξες συνδέσεις που ένας ανθρώπινος νους δεν θα επέλεγε συνειδητά.

2. Το «Ψηφιακό Ασυνείδητο» και τα Αλγοριθμικά Όνειρα

Οι υπερρεαλιστές λάτρευαν τα όνειρα και το υποσυνείδητο. Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται πάνω στη συλλογική ανθρώπινη οπτική μνήμη.

 Όταν παράγεται ένα AI βίντεο για το αστικό τοπίο, η τεχνητή νοημοσύνη συχνά «παραισθάνεται» (AI hallucinations). Δημιουργεί ρευστά κτίρια που λιώνουν, ανθρώπους που μεταμορφώνονται και υβριδικές υφές. Αυτή η ρευστότητα της αλγοριθμικής εικόνας είναι η απόλυτη οπτική ενσάρκωση του ονείρου, θυμίζοντας έντονα τους πίνακες του Σαλβαδόρ Νταλί.

Όπως και τη δεκαετία του 30 η ελληνική τέχνη βρίσκεται στην πρωτοπορία των αισθητικών αναζητήσεων και ρευμάτων.

Η έκθεση Prompting Cities της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών παρουσιάζεται ως μια εξερεύνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης ως εργαλείο καλλιτεχνικής παραγωγής, η ίδια η φύση του prompting και των παραγωγικών μοντέλων (Generative AI) μοιράζεται κοινό DNA με το κίνημα του Αντρέ Μπρετόν.

 

Την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο της θεσμικής συνεργασίας του Δήμου Αθηναίων με την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών θα πραγματοποιηθεί στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, από 21:00 έως 23:00, μια σειρά εκδηλώσεων του προγράμματος Prompting Cities, εγκαινιάζοντας έναν κύκλο καλλιτεχνικών παρεμβάσεων στον δημόσιο χώρο.


Στην πρώτη θεματική ενότητα του προγράμματος, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη διερεύνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) ως εργαλείο καλλιτεχνικής παραγωγής και θα παρουσιαστούν στην πίσω όψη του κτιρίου της Πινακοθήκης (πλατεία Δουρούτη) μια σειρά βιντεο-προβολών έργων φοιτητριών/φοιτητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, καθώς και μια επιλογή ηχητικών έργων ηλεκτροακουστικής μουσικής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Ψηφιακών Τεχνών σε επιμέλεια του Ταξιάρχη Διαμαντοπούλου. 

Η έκθεση πραγματεύεται την πόλη («Cities») μέσα από το φίλτρο του prompt.

Μία από τις αγαπημένες πρακτικές των σουρεαλιστών (και αργότερα των Καταστασιακών) ήταν η περιπλάνηση στην πόλη για την ανακάλυψη του «θαυμαστού» μέσα στο καθημερινό. Προβάλλοντας αυτά τα αλγοριθμικά, παράδοξα βίντεο πάνω στους τοίχους της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων στο Μεταξουργείο, οι δημιουργοί παραμορφώνουν την πραγματικότητα της πόλης, δημιουργώντας μια υπερρεαλιστική εμπειρία για τους περαστικούς.

Όσο και αν επιμένει ο ναρκισσιστικός μαρασμός , ελληνική κοινωνία έχει δυναμικές πλευρές ανανέωσης, καλλιτεχνικής επαγρύπνησης και τεχνολογικής καινοτομίας.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Ίδια ζητήματα, διαφορετικές φιγούρες

 


Στα τέλη του 19ου αιώνα η ποίηση είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην ευρύτερη πολιτιστική και πολιτική ζωή.

Το 1897 ξεσπά η διαμάχη μεταξύ Ε. Ροΐδη και Α.Βλάχου με επίδικη την κατάσταση στην Ελληνική ποίηση.

Ανάλογες διαμάχες για πολιτιστικά θέματα δεν είναι άγνωστες μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα: Ζαμπέλιος-Πολυλάς,Αποστολάκης -Βάρναλής,Τσάτσος-Σεφέρης.

Ο Δ.Δημηρούλης επιμελήθηκε την έκδοση των σχετικών κειμένων της διαμάχης ,προσφέροντας μια ενδελεχή κατατοπιστική εισαγωγή περίπου 200 σελίδων ,ουσιαστικά ένα νέο βιβλίο. Το ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη δημοσίευσε το βιβλίο με τίτλο «Η Διαμάχη για την Ποίηση» το 2011.

Με την βοήθεια του Δ.Δημηρούλη μπορούμε να αποτυπώσουμε επιγραμματικά τις διαφορές Ροΐδη Βλάχου.

Αὐτὰ ποὺ ὁ Ροΐδης θεωροῦσε ὡς μειονεκτήματα (ἀποξένωση ἀπὸ τὴν Εὐρώπη, ἔλλειψη φιλοσοφικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἀνησυχί ας, ἐπαρχιωτισμός), ὁ Βλάχος τὰ πρόβαλλε ὡς παράγοντες πνευματικῆς ὑγείας καὶ κοινωνικῆς ἰκμάδας καί, τὸ σπουδαιότερο, ἔδινε στὸν ἐθνικὸ ἀπομονωτισμὸ τὴ μορφὴ ἐπιτακτικοῦ καθήκοντος – γιὰ νὰ μεγαλουργήσει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς στὴ γῆ ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς πατέρες του ἔπρεπε νὰ ἀποβάλει τὸ εὐρωπαϊκὸ προσωπεῖο, νὰ σταματήσει τοὺς «πιθηκισμούς», νὰ ἐμποδίσει τὴ διάβρωσή του ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ συνηθειῶν καὶ ἰδεῶν ξένων πρὸς τὸν χαρακτήρα καὶ τὴν παράδοσή του. Ἡ «καινούργια» Ἑλλάδα δὲν εἶχε τίποτε νὰ κερδίσει ἀπὸ τὴν ἐπαφή της μὲ τὴν «παλαιὰ» Εὐρώπη. Αντίθετα διακινδύνευε τὴν ἐθνική της ὑπόσταση καὶ τὴν πνευματική της γνησιότη τα: «Δόξα τῷ θεῷ δὲν ἐγηράσαμεν ἔτι ἐθνικῶς, οὔτε κατηντήσαμεν τοσοῦτον ἐκ τοῦ πολιτισμοῦ κρονόληροι, ὥστε νὰ περιέλθωμεν παροξυσμοὺς ἀπομεμωραμένων καὶ ὑστερικὰς ὀρέξεις πο σης διανοίας». σ 352

O Ροΐδης είχε πρώτος επισημάνει τον επιφανειακό και επιπόλαιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἀθηναϊκὴ κοινωνία ἀκολουθοῦσε τοὺς εὐρωπαϊκοὺς συρμούς, πίστευε ὅμως ὅτι γι' αὐτὸ εἶναι ὑπεύθυνη ἡ ἴδια καὶ ὄχι ἡ Εὐρώπη. Ὁ Βλάχος ἔβλεπε τὸ κακὸ στὴν Εὐρώπη καὶ ὡς ἀποτελεσματικὸ ἀντίδοτο πρότεινε τὴν ἀνόθευτη καὶ ἀμόλυντη ζωὴ τῆς ἐπαρχίας. Ὁ ποιητής, ἂν δὲν ἤθελε νὰ προδώσει τὴν ἔμπνευσή του, ἔπρεπε νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν παρατήρηση τῶν πιὸ πηγαίων ἐκδηλώσεών της καὶ νὰ συνθέσει τὸ ποιητικό του ὅραμα ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ ἐλπιδοφόρα στοιχεῖα τοῦ παρόντος: «Ὁσάκις τὸ ποιητικὸν ἐκεῖνο τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος πνεῦμα ἐπέπνευσεν εἰς ἀληθῶς ποιητικὰς ψυχάς, ὁσάκις ὁ πνευματικὸς ἐκεῖνος τοῦ ἔθνους πλοῦτος ἐταμιεύθη εἰς καρδίας γνησίως ἑλληνικὰς καὶ ἀδιαφθόρους ἔτι ὑπὸ τῶν μαγγανευμάτων τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, παρήγαγε ποιήματα ἐθνικώτατον ἔχοντα τὸν τύπον, ἀληθῶς ἑλλη- νικά, τιμῶντα καὶ τὴν νεαρὰν ἡμῶν φιλολογίαν καὶ τοὺς γράψαντας αὐτὰ ποιητάς. Τοιαῦτα τὰ πρῶτα ποιήματα τῶν ἀδελφῶν Σούτσων καὶ τὰ πλεῖστα τῶν λυρικῶν τοῦ Ραγκαβῆ· τοιαῦτα τὰ κάλλιστα τοῦ Ἀχιλλέως Παράσχου, τοῦ Βαλαωρίτου καὶ τοῦ Τερτσέτου, τοιαῦτα τὰ πλεῖστα τοῦ Ζαλοκώστα...) σ 353

 

Σχηματικά μπορούμε να ιχνογραφήσουμε την διαφορά ως εξής:

 

Και οι δύο αναφέρονται σε μια πολιτιστική πνευματική «Ευρώπη».

 

Για τον Ροΐδη η Ευρώπη ταυτίζεται με την πρόοδο, την  οποία η Αθηναϊκή κοινωνία , ως κέντρο του Κράτους , αδυνατεί να παρακολουθήσει λόγω της επιπολαιότητας και ρηχότητας.

 

Για τον Βλάχο η Ευρώπη είναι  το  «κακό» για το οποίο , αντίδοτο είναι η αμόλυντη ζωή της επαρχίας.

 

Το  2024 σημαδεύτηκε με την απώλεια του Χ.Γιανναρά ενώ  πρόσφατα έφυγε ο Σ.Ράμφος. Παρότι μεταξύ Γιανναρά και Ράμφου δεν υπήρξε κανενός είδους αντιμαχία , είναι γεγονός πως ο δημόσιος τους λόγος σκιαγραφούσε με διαφορετικά μοτίβα το «Ελληνικό πρόβλημα». Οι δύο διανοούμενοι έχουν καταθέσει ένα πυκνό φιλοσοφικό έργο , ενώ είχαν συχνές παρεμβάσεις για τα τρέχοντα ζητήματα.

 

Παρότι τα ιστορικά επίδικα ,η κατάσταση του Κράτους , του ευρύτερου Ελληνισμού  είναι σήμερα διαφορετικά από τα τέλη του 19ου αιώνα , παρατηρούμε μια ενδιαφέρουσα επανάληψη του μοτίβου της διαμάχης Ροίδη Βλάχου.

 

Ο Χ.Γιανναράς , ενώ είχε ένα τόσο μεστό συνεχές φιλοσοφικό και θεολογικό έργο , στις παρεμβάσεις του για τα τρέχοντα, παρέμενε σιβυλλικός , μονίμως απαισιόδοξος και κατά βάθος απαξιωτικός για την σημερινή Ελληνική κοινωνία . Ταυτόχρονα αναφερόμενα στα δέοντα παρέμεινε γριφώδης και γενικόλογος . Ουσιαστικά ποτέ δεν ήταν σαφής η θέση του για τα επίκαιρα.

 

Εξετάζοντας τα δεδομένα της διαμάχης Ροΐδη -Βλάχου , ο Γιανναράς μοιάζει να υιοθετεί την κριτική στάση του Βλάχου, χωρίς όμως να μπορεί να αγκυρώσει τις προτάσεις του σε μια «υπαρκτή αμόλυντη επαρχία». Στα τέλη του 19ου αιώνα η ελληνική επαρχία, η κοινότητα , ενορία είναι απτή υπαρκτή πραγματικότητα και εύλογα μπορεί να την επικαλεστεί κάποιος ως αντίβαρο προς το «κακό» της Ευρώπης. Ο Γιανναράς ασπάζεται την απαξία που δείχνει ο Βλάχος για την Ευρώπη, αλλά μη έχοντας καμία πραγματολογική αναφορά σε μια πραγματική εναλλακτική παρέμεινε , όσον αφορά τις παρεμβάσεις του για την συγκυρία, ένας ασφυκτικός απαισιόδοξος χωρίς απτές εφαρμόσιμες προτάσεις. Δυνητικά θα μπορούσε να αποτελέσει το συμβολικό πρόσωπα αναφοράς για το κόμμα «Νίκη» αλλά δεν το αποτόλμησε.

 

Ο Σ.Ράμφος, αντιθέτως με την ψυχολογικού τύπου κριτική του για την συλλογική ανωριμότητα , προσομοιάζει προς τον Ροΐδη: και οι δύο αναφέρονται σε μια συμπαγή «Ευρώπη-Δύση» ,ως θετικό προσανατολισμό , έναντι του οποίου η Ελληνική αστική κοινωνία μονίμως υστερεί. Για τον Ροΐδη υπάρχει επιπολαιότητα και ρηχότητα ενώ για τον Ράμφο καθήλωση και μυστικισμός. Ο Ροΐδης αποφθέγγεται αφοριστικά «δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει Ελληνική ποίηση» ενώ ο Ράμφος μας κακολογεί ως ανώριμα κακομαθημένα παιδιά.

 

Είναι ενδιαφέρον , ίσως και μελαγχολικό ότι διαβάζοντας τη «Διαμάχη για την ποίηση» , με την καταπληκτική εισαγωγή του Δ.Δημηρούλη αναδύονται τα ίδια ζητήματα ενώ αλλάζουν οι πρωταγωνιστικές φιγούρες.

 

Info : Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (Τα κείμενα και οι αντιδράσεις) Αθήνα 2011 . Φιλολογική Επιμέλεια Δ.Δημηρούλης.

 

 

Διάσταση

Η Τάση «Ροΐδη / Ράμφου»

Η Τάση «Βλάχου / Γιανναρά»

Στάση απέναντι στη Δύση/Ευρώπη

Πρότυπο προόδου, ορθολογισμού και θεσμικής αντοχής.

Πηγή αλλοτρίωσης, «διάβρωσης» και πνευματικής έκπτωσης.

Διάγνωση για την Ελληνική Κοινωνία

Επιπολαιότητα, ρηχότητα, συλλογική ανωριμότητα («πιθηκισμός» ή «καθήλωση»).

Αποξένωση από τις αυτόχθονες ρίζες και την αληθινή παράδοση.

Προτεινόμενο Αντίδοτο / Ύπαρξη Πρότασης

Αφομοίωση των δυτικών κεκτημένων με αυτοκριτική.

Επιστροφή στην κοινοτική/ορθόδοξη ιδιοπροσωπεία (χωρίς όμως σύγχρονο υλικό αντίκρισμα).